Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2026
  • Home  
  • Soft Living Notes – Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα…

Soft Living Notes – Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα…

Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα…

«Να βρεθούμε;»

«Ναι, βέβαια. Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα».

Έχω χρησιμοποιήσει αυτή τη φράση τόσες φορές, που κανονικά θα έπρεπε να της πληρώνω πνευματικά δικαιώματα.

Μόλις τελειώσω με αυτή τη δουλειά.

Μόλις περάσει αυτή η εβδομάδα.

Μόλις κλείσει εκείνη η εκκρεμότητα.

Μόλις μπουν τα θέματα σε μια σειρά.

Μόλις ξεκαθαρίσει λίγο το τοπίο.

Μόλις ηρεμήσουν τα πράγματα.

Δεν ξέρω πού βρίσκονται τώρα αυτά τα πράγματα, αλλά προφανώς κάπου κάνουν διακοπές, σε αντίθεση με μένα, και περνούν υπέροχα, και δεν έχουν καμία πρόθεση να γυρίσουν και να κάτσουν στ’ αυγά τους.

Αντιθέτως, έχω αρχίσει να υποψιάζομαι ότι τα πράγματα έχουν συγγενείς. Πολλούς. Φασαριόζους και ανήσυχους επίσης.

Μόλις φεύγει ένα, αφήνει τα κλειδιά σε δύο ξαδέρφια του. Κλείνεις μια εκκρεμότητα και εμφανίζονται άλλες τρεις, φρέσκες και ξεκούραστες. Απαντάς σε ένα μήνυμα και, μέχρι να αφήσεις το κινητό κάτω, έχουν έρθει τέσσερα καινούργια. Τακτοποιείς το σπίτι και κάποιος μπαίνει μέσα φορώντας παπούτσια.

Κι εκεί που λες «ωραία, τώρα είμαστε καλά», χτυπάει το τηλέφωνο.

Δεν είμαστε καλά.

Υπάρχει και κάτι άλλο.

Πάντα υπάρχει και κάτι άλλο.

Κι έτσι περιμένουμε εκείνη τη μυθική περίοδο της ζωής μας, που ούτε καν στα παραμύθια δεν υπάρχει, κατά την οποία όλα θα έχουν επιτέλους τακτοποιηθεί.

Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο θα είναι άδειο.

Οι λογαριασμοί θα είναι πληρωμένοι.

Το σπίτι θα είναι καθαρό.

Το ψυγείο θα είναι γεμάτο, αλλά με τα σωστά πράγματα.

Τα ρούχα θα είναι πλυμένα, στεγνά, σιδερωμένα, διπλωμένα και τοποθετημένα στα συρτάρια — γεγονός που από μόνο του θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως ένα από τα θαύματα του κόσμου. Όσο για τις κάλτσες… δε σχολιάζω άλλο.

Κανείς δεν θα περιμένει απάντηση από εμάς.

Δεν θα υπάρχει κάποιο τηλεφώνημα που πρέπει να κάνουμε, μια απόφαση που πρέπει να πάρουμε, ένα ραντεβού που πρέπει να κλείσουμε ή ένας άνθρωπος που πρέπει να θυμηθούμε να πάρουμε πίσω.

Και τότε…

Τότε θα καθίσουμε.

Θα φτιάξουμε έναν καφέ και θα τον πιούμε ζεστό.

Θα ανοίξουμε εκείνο το βιβλίο που μας κοιτάζει από το κομοδίνο με απόγνωση, σαν κανένα έκθετο παιδί, ούτε θέση στη βιβλιοθήκη δεν του έχουμε βρει.

Θα τηλεφωνήσουμε στη φίλη που έχουμε να δούμε τρεις μήνες και στην οποία γράφουμε σταθερά:

«Μου λείπεις! Πρέπει οπωσδήποτε να κανονίσουμε!»

Το «οπωσδήποτε», βέβαια, έχει αποδειχθεί ένας εξαιρετικά ευέλικτος χρονικός προσδιορισμός.

Θα πάμε μια βόλτα χωρίς να τη συνδυάσουμε με το σούπερ μάρκετ, το φαρμακείο, τα καθαριστήρια και μια γρήγορη στάση στο κομμωτήριο «αφού θα είμαστε προς τα εκεί».

Θα ξεκουραστούμε.

Θα χαρούμε το σπίτι μας.

Θα φροντίσουμε τον εαυτό μας.

Θα ζήσουμε λίγο πιο όμορφα.

Αργότερα.

Όχι τώρα.

Τώρα έχουμε πράγματα.

Νομίζω πως, χωρίς να το καταλάβουμε, έχουμε χωρίσει τη ζωή μας σε δύο μέρη.

Στο πρώτο μέρος διαχειριζόμαστε.

Στο δεύτερο… θα ζήσουμε.

Το πρώτο είναι γεμάτο δουλειές, υποχρεώσεις, ανθρώπους που μας χρειάζονται, λίστες, προθεσμίες και μικρά τετραγωνάκια που περιμένουν να τους βάλουμε τικ.

Το δεύτερο είναι μια φωτεινή, ήσυχη περιοχή κάπου στο μέλλον. Εκεί θα έχουμε χρόνο, διάθεση, ενέργεια, καθαρό μυαλό και, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, πάντα ένα τακτοποιημένο σπίτι.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι το δεύτερο μέρος δεν έρχεται ποτέ.

Κάθε φορά που πλησιάζουμε, μετακινείται λίγο πιο πέρα.

Σαν τον ορίζοντα.

Και το ουράνιο τόξο.

«Μόλις τελειώσει ο χειμώνας».

«Μόλις περάσει το Πάσχα».

«Μόλις κλείσουν τα σχολεία».

«Μόλις γυρίσουμε από τις διακοπές».

«Από Σεπτέμβρη, θα μπω σε πρόγραμμα».

Ο Σεπτέμβρης, ειδικά, έχει αναλάβει ένα παράλογο, δυσανάλογο βάρος στις πλάτες του.

Κάθε χρόνο περιμένουμε να εμφανιστεί κρατώντας ένα καινούργιο τετράδιο, ένα οργανωμένο εβδομαδιαίο πρόγραμμα και μια ολοκαίνουργια εκδοχή του εαυτού μας. Θα κρατάμε τη σάκα μας αγκαλιά και θα περιμένουμε με ανυπομονησία τη Γιατικάρογλου.

Από Σεπτέμβρη θα τρώμε καλύτερα.

Θα γυμναζόμαστε.

Θα κοιμόμαστε νωρίς.

Θα βάζουμε όρια.

Θα πίνουμε νερό.

Θα διαβάζουμε.

Θα διαλογιζόμαστε.

Θα τακτοποιούμε αμέσως τα ρούχα που βγάζουμε, αντί να τα αφήνουμε πάνω στον διάδρομο που από όργανο γυμναστικής έχει εξελιχθεί σε ένα ανεξάρτητο σύστημα αποθήκευσης.

Ο Σεπτέμβρης θα έρθει.

Εμείς θα επιστρέψουμε.

Και μέχρι τις δέκα του μηνός τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένουμε απλώς να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Περιμένουμε να μας δώσουν την άδεια.

Να μας πουν:

«Τώρα μπορείς να ξεκουραστείς. Τα έκανες όλα».

«Τώρα μπορείς να απολαύσεις. Δεν σε χρειάζεται κανείς».

«Τώρα μπορείς να φροντίσεις τον εαυτό σου. Έχεις εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις σου».

Μόνο που κανείς δεν έρχεται να το πει.

Γιατί το «όλα» δεν τελειώνει ποτέ.

Πάντα υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε ακόμη να κάνουμε.

Ένα συρτάρι να οργανώσουμε.

Ένα μήνυμα να απαντήσουμε.

Ένα χαρτί να βρούμε.

Ένα ντουλάπι να καθαρίσουμε.

Μια ηλεκτρονική συνδρομή να ακυρώσουμε, η οποία ανανεώνεται κάθε μήνα και κάθε μήνα λέμε «αχ, πάλι το ξέχασα».

Αν περιμένουμε να ολοκληρωθούν τα πάντα για να ξεκουραστούμε, θα πρέπει να περάσουμε απευθείας από την κούραση στην αιωνία ανάπαυση.

Πράγμα που μου φαίνεται κάπως ακραίο ως πρόγραμμα αυτοφροντίδας.

Κι όμως, κάπως έτσι λειτουργούμε.

Η ξεκούραση δεν είναι ανάγκη. Έχει καταντήσει ανταμοιβή.

Η απόλαυση δεν είναι μέρος της ημέρας. Είναι το βραβείο που θα πάρουμε αν τελειώσουμε εγκαίρως όλες τις δουλειές.

Το βράδυ δεν καθόμαστε επειδή κουραστήκαμε. Καθόμαστε όταν κρίνουμε ότι έχουμε κάνει αρκετά ώστε να δικαιούμαστε να λέμε ότι κουραστήκαμε.

Και ακόμη κι όταν καθίσουμε, ένα μέρος μας συνεχίζει να είναι υπ’ ατμόν.

«Δεν έβαλες πλυντήριο».

«Δεν απάντησες στο μήνυμα».

«Δεν ετοίμασες αυτά που χρειάζεσαι για αύριο».

«Κάθεσαι τώρα;»

Ναι, κάθομαι τώρα.

Συγγνώμη.

Δεν θα… ξαναεπαναληφθεί.

Υπάρχουν φορές που η μέρα μού προσφέρει ένα μικρό κενό και, αντί να μπω μέσα του και να αναπαπαυθώ, βιάζομαι να το γεμίσω.

Έχω είκοσι λεπτά;

Ας απαντήσω σε δύο μηνύματα.

Ας μαζέψω λίγο την κουζίνα.

Ας δω γρήγορα κάτι στο κινητό.

Το «γρήγορα» στο κινητό, βέβαια, είναι μια ενδιαφέρουσα έννοια. Μπαίνεις για να δεις την ώρα και βγαίνεις σαράντα λεπτά αργότερα, έχοντας μάθει πώς ζει μια οικογένεια στην Αλάσκα, τι απέγινε ένα παιδί-θαύμα της δεκαετίας του ’90 και ποια είναι τα πέντε σημάδια ότι ο σκύλος σου έχει συναισθηματική νοημοσύνη.

Δεν έχεις σκύλο.

Αλλά τώρα ξέρεις. Δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί αυτή η άχρηστη πληροφορία της ημέρας να σου χρειαστεί.

Και το κενό έκλεισε.

Τα είκοσι λεπτά πέρασαν.

Και μένει αυτή η παράξενη αίσθηση ότι δεν ξεκουράστηκες, αλλά ούτε και έκανες κάτι.

Απλώς εξαφανίστηκες για λίγο από τη ζωή σου.

Δεν είναι πάντα εύκολο να σταματήσεις όταν έχεις μάθει να κινείσαι διαρκώς.

Μερικές φορές η ησυχία δεν μοιάζει καν με ξεκούραστη. Μοιάζει άβολη.

Μόλις σταματήσει ο εξωτερικός θόρυβος, ακούγεται ο εσωτερικός.

Έρχονται όλα όσα κρατούσαμε απασχολημένα μαζί μας.

Η κούραση που δεν είχαμε χρόνο να αισθανθούμε.

Η στενοχώρια που βάλαμε στην άκρη επειδή «τώρα δεν γίνεται ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό».

Η ερώτηση που αποφεύγουμε.

Η σκέψη ότι ίσως δεν θέλουμε να συνεχίσουμε κάτι μόνο και μόνο επειδή το ξεκινήσαμε.

Ίσως, λοιπόν, ένα μέρος μας να μη θέλει πραγματικά να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Γιατί τότε θα πρέπει να συναντήσει εμάς.

Και οι εκκρεμότητες, όσο κι αν μας κουράζουν, μπορούν να γίνουν ένα εξαιρετικό μέρος για να κρυφτούμε.

Είναι πολύ πιο εύκολο να οργανώσεις ένα ντουλάπι από το να αναρωτηθείς αν είσαι ευτυχισμένη.

Και στο τέλος έχεις και τακτοποιημένες πετσέτες.

Δεν λέω, φυσικά, να αφήσουμε τις ζωές μας να καταρρεύσουν στο όνομα της εσωτερικής γαλήνης.

Οι λογαριασμοί χρειάζεται να πληρωθούν.

Οι δουλειές χρειάζεται να γίνουν.

Τα παιδιά χρειάζεται να φάνε, οι προθεσμίες να τηρηθούν και κάποιος πρέπει κάποτε να αλλάξει εκείνη τη λάμπα που τρεμοπαίζει εδώ και δύο μήνες και μας θυμίζει τα φωτορυθμικά από τα νιάτα μας.

Ούτε γίνεται κάθε περίοδος να είναι ισορροπημένη.

Υπάρχουν εποχές που πράγματι απαιτούν περισσότερα από εμάς. Περίοδοι στις οποίες απλώς κρατάμε τα βασικά όρθια. Που δεν έχουμε χώρο για μεγάλα σχέδια, πρωινές τελετουργίες και περιπάτους την ώρα που δύει ο ήλιος.

Κάποιες φορές δεν χρειαζόμαστε μια καλύτερη φιλοσοφία ζωής.

Χρειαζόμαστε ύπνο.

Ή βοήθεια.

Ή κάποιον να πάρει, έστω για λίγο, ένα από τα πράγματα που κουβαλάμε, ή τα παιδιά από το πεδίο όρασης και ακοής μας.

Δεν είναι όλα θέμα σωστής στάσης.

Και δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε ακόμη και την ξεκούραση σε μια καινούργια εργασία που πρέπει να εκτελέσουμε σωστά.

Να βάλουμε στο πρόγραμμα «χαλάρωση 18:30–19:00», να ανάψουμε κερί, από καθαρό μελισσοκέρι παρακαλώ, να καθίσουμε με ίσια πλάτη, να αναπνεύσουμε συνειδητά και μετά να αγχωθούμε επειδή στα δεκαπέντε λεπτά δεν έχουμε γαληνέψει.

«Γιατί δεν ηρεμώ;»

Επειδή προσπαθείς πολύ.

Ίσως το ζητούμενο να μην είναι να δημιουργήσουμε μια ζωή χωρίς φασαρία.

Ίσως είναι να πάψουμε να θεωρούμε τη φασαρία αφορμή για να αναβάλουμε τη σύνδεση με τον εαυτό μας.

Να μη χρειάζεται να αδειάσει ολόκληρη η ημέρα για να πάρουμε μία ανάσα.

Να μη χρειάζεται να φύγουν όλοι για να ακούσουμε τι έχουμε ανάγκη.

Να μη χρειάζεται να τελειώσουν οι εκκρεμότητες για να τηλεφωνήσουμε σε έναν άνθρωπο που αγαπάμε.

Να μη χρειάζεται να έχουμε τρεις ελεύθερες ώρες για να διαβάσουμε πέντε σελίδες.

Να μη χρειάζεται να αξίζουμε τον καφέ που θα πιούμε καθιστοί.

Μπορεί τα πράγματα να συνεχίζουν να φωνάζουν από το διπλανό δωμάτιο.

«Εδώ είμαστε! Δεν τελειώσαμε!»

Το ξέρω.

Θα έρθω.

Αλλά πρώτα θα πιω τον καφέ μου.

Όχι επειδή λύθηκαν όλα.

Όχι επειδή το κέρδισα.

Επειδή είναι ζεστός τώρα.

Αυτό ίσως είναι ένα μικρό κομμάτι ελευθερίας: να αφήνεις κάτι για λίγο ανολοκλήρωτο, χωρίς να αισθάνεσαι ότι είσαι κι εσύ ανολοκλήρωτη.

Να υπάρχει ένα πιάτο στον νεροχύτη και να πας για ύπνο.

Ένα μήνυμα αναπάντητο και να βγεις μια βόλτα.

Μια δουλειά για αύριο και να καθίσεις δέκα λεπτά στο μπαλκόνι, χωρίς να τα αξιοποιήσεις για τίποτα.

Ούτε για να ακούσεις ένα χρήσιμο podcast.

Ούτε για να σχεδιάσεις την επόμενη μέρα.

Ούτε για να φωτογραφίσεις τον ουρανό και να γράψεις κάτι για την ευγνωμοσύνη.

Απλώς να καθίσεις.

Να κοιτάξεις απέναντι με βλέμμα απλανές.

Να ακούσεις ένα μηχανάκι να περνά, κάποιον να κλείνει ένα παντζούρι, ένα παιδί να φωνάζει στον δρόμο.

Να είσαι εκεί χωρίς να παράγεις απολύτως τίποτα.

Ανατριχιαστικό, το ξέρω.

Στην αρχή μπορεί να μη μοιάζει καν εφικτό.

Οι μεγάλες αλλαγές, άλλωστε, έχουμε συνηθίσει να συνοδεύονται από τελεσίδικες αποφάσεις, στοχοθεσία και ασκήσεις αυτοπαρακίνησης.

Αλλά ίσως η ζωή να επιστρέφει μέσα από πολύ μικρότερα ανοίγματα.

Από ένα μεσημέρι που δεν γεμίσαμε.

Από ένα «όχι σήμερα».

Από ένα γεύμα που φάγαμε χωρίς να κοιτάζουμε οθόνη, και, ω του θαύματος, είχε γεύση!

Από μια κουβέντα που δεν διακόψαμε για να απαντήσουμε σε κάτι «επείγον».

Από το να αναγνωρίσουμε ότι το επείγον έχει αποκτήσει τελευταία υπερβολικό θράσσος.

Όλα εμφανίζονται ως επείγοντα.

Το μήνυμα.

Η ειδοποίηση.

Η προσφορά που λήγει σε δύο ώρες.

Το ηλεκτρονικό κατάστημα που ανησυχεί επειδή αφήσαμε κάτι στο καλάθι μας.

«Ξέχασες κάτι!»

Όχι, αγαπημένο μου ηλεκτρονικό κατάστημα.

Το σκέφτηκα καλύτερα.

Μέσα σε όλη αυτή τη βιασύνη, ίσως χρειάζεται πότε πότε να θυμόμαστε πως δεν είναι όλα όσα ζητούν την προσοχή μας άξια να την πάρουν.

Και πως η ζωή μας δεν βρίσκεται μόνο στα σημαντικά γεγονότα που περιμένουμε.

Δεν είναι μόνο οι διακοπές, οι γιορτές, οι μεγάλες αποφάσεις, οι αλλαγές και οι ημέρες που έχουμε σημειώσει με κόκκινο μαρκαδόρο στο ημερολόγιο.

Είναι και μια εντελώς συνηθισμένη Πέμπτη.

Με άπλυτα.

Με δουλειές.

Με κάποιον που καθυστέρησε.

Με κάτι που δεν πήγε όπως το είχαμε σχεδιάσει.

Με έναν καφέ που κρύωσε επειδή πάλι τον ξεχάσαμε.

Αν περιμένουμε να καθαρίσει εντελώς το τοπίο για να μπούμε μέσα στη ζωή μας, μπορεί να περάσουν χρόνια κι εμείς να στεκόμαστε ακόμη στο κατώφλι.

Με το παλτό στο χέρι.

Έτοιμοι να ξεκινήσουμε.

Μόλις…

Μόλις τι;

Μόλις ηρεμήσουν οι άλλοι;

Μόλις πάψουν να υπάρχουν ανάγκες;

Μόλις τελειώσουν οι ευθύνες;

Μόλις γίνουμε εκείνος ο φανταστικός άνθρωπος που τα προλαβαίνει όλα, δεν κουράζεται ποτέ και αποθηκεύει τα τάπερ μαζί με τα σωστά καπάκια;

Δεν θα γίνουμε.

Και ίσως αυτό να είναι μια ανακούφιση.

Τα πράγματα πιθανότατα δεν θα ηρεμήσουν.

Όχι όλα.

Όχι ταυτόχρονα.

Θα κλείσει ένας κύκλος και θα ανοίξει ένας άλλος. Θα λυθεί ένα θέμα και θα παρουσιαστεί το επόμενο. Θα υπάρξουν ήσυχες εβδομάδες και εβδομάδες στις οποίες θα τρώμε όρθιοι κρατώντας τσάντα, κλειδιά και κινητό στο ίδιο χέρι.

Αυτή είναι η ζωή.

Όχι η αναμονή πριν από τη ζωή.

Η ίδια η ζωή.

Και μέσα της ίσως να μη βρίσκουμε πάντα ολόκληρες ημέρες ελευθερίας.

Μπορούμε, όμως, να αναγνωρίζουμε τις μικρές της χαραμάδες.

Μία ώρα.

Δέκα λεπτά.

Ένα τραγούδι που θα ακούσουμε μέχρι το τέλος χωρίς να κάνουμε παράλληλα κάτι άλλο.

Ένα τηλεφώνημα που δεν θα περιμένει την κατάλληλη στιγμή.

Ένα απόγευμα που θα αφήσουμε λίγο ακατάστατο, επειδή αποφασίσαμε να ζήσουμε μέσα του αντί να το οργανώσουμε.

Δεν περιμένω πια να ηρεμήσουν όλα.

Θα μου αρκούσε να ηρεμώ πού και πού εγώ, ενώ εκείνα, τα πράγματα, συνεχίζουν να κάνουν τη φασαρία τους.

Να αφήνω τη λίστα πάνω στο τραπέζι χωρίς να αισθάνομαι ότι με κοιτάζει επικριτικά.

Να λέω «φτάνει για σήμερα», ακόμη κι όταν δεν τελείωσαν όλα.

Γιατί δεν τελειώνουν όλα.

Τελειώνει, όμως, η ημέρα.

Τελειώνει η εποχή.

Τελειώνει κάποτε και η αναμονή — αν αποφασίσουμε να κάνουμε το βήμα και να μπούμε επιτέλους μέσα να κατοικήσουμε τη ζωή μας.

Οπότε, αν με ρωτήσεις πότε θα βρεθούμε, θα προσπαθήσω να μην πω ξανά:

«Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα».

Θα ανοίξω το ημερολόγιο.

Θα βρω μια μέρα που δεν είναι άδεια, γιατί καμία δεν είναι.

Και θα γράψω το όνομά σου ανάμεσα σε δύο υποχρεώσεις.

Όχι γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω.

Αλλά γιατί έχω και μια ζωή να ζήσω.

Και, απ’ ό,τι φαίνεται, θα χρειαστεί να τη ζήσω με τα πράγματα ακόμη λίγο ανήσυχα.

Χρύσα Δουρίδα

Σήμερα γιορτάζει:

Ζαχαρίας, Ζάχαρης, Ζάχαρος, Ζαχάρω, Ζαχαρούλα, Ζαχαρίτσα, Ζαχαρένια, Ζάκι, Ζάκης [...]

Email : info@acharnestimes.gr