Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2026
  • Home  
  • Soft Living Notes – Στο μεταξύ…

Soft Living Notes – Στο μεταξύ…

Τις τελευταίες ημέρες περιμένω.
Όχι σε κάποια αίθουσα αναμονής, καθισμένη σε μια πλαστική καρέκλα κάτω από ένα φως που σε κάνει να δείχνεις άρρωστη, ακόμη κι αν δεν ήσουν όταν μπήκες.
Δεν έχω αριθμό προτεραιότητας.
Δεν υπάρχει μια οθόνη που να γράφει «εξυπηρετείται τώρα το 57».
Δεν ξέρω πόσοι προηγούνται από εμένα.
Δεν ξέρω καν αν υπάρχει σειρά.
Περιμένω απαντήσεις.
Αποφάσεις.
Ανθρώπους που θα πουν «ναι, θέλω».
Πράγματα που έχουν ξεκινήσει να κινούνται, αλλά δεν έχουν ακόμη φανεί.
Η ημέρα μου συνεχίζεται κανονικά.
Δουλεύω.
Γράφω.
Μιλάω με ανθρώπους.
Οργανώνω τα επόμενα.
Κάνω συναντήσεις.
Φτιάχνω τσάι.
Το ξεχνάω μέχρι να κρυώσει.
Το ξαναζεσταίνω.
Το ξαναξεχνάω.
Όλα δείχνουν απολύτως φυσιολογικά.
Κι όμως, ένα μικρό κομμάτι μου στέκεται διαρκώς κοντά στην πόρτα.
Μήπως ακούστηκε κάτι;
Μήπως έρχεται κάποιος;
Μήπως τώρα;
Η αναμονή έχει μια πολύ συγκεκριμένη στάση σώματος.
Γέρνει λίγο προς τα εμπρός.
Δεν βρίσκεται ακριβώς εδώ.
Βρίσκεται μισό βήμα μετά.
Στη στιγμή που θα έρθει η απάντηση.
Στο μήνυμα που θα επιβεβαιώσει.
Στην απόφαση που θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα.
Στον άνθρωπο που θα εμφανιστεί.
Στο «ναι» που θα επιτρέψει επιτέλους στο σώμα να χαλαρώσει και στη ζωή να συνεχιστεί.
Μέχρι τότε, είμαστε κάπως σε εκκρεμότητα.
Κάποιος σε ρωτά:
«Τι γίνεται τελικά με εκείνο;»
Και απαντάς:
«Θα δείξει».
Δύο μικρές λέξεις που καταφέρνουν να περιέχουν μέσα τους αισιοδοξία, αβεβαιότητα, αυτοσυγκράτηση, τρεις εναλλακτικές εκδοχές του μέλλοντος και την προσπάθειά σου να δείξεις ότι δεν σε απασχολεί και τόσο πολύ.
Σε απασχολεί.
Αλλά θα δείξει.
Ορισμένες μορφές αναμονής είναι σχετικά απλές.
Περιμένεις το λεωφορείο.
Υπάρχει στάση.
Υπάρχει διαδρομή.
Υπάρχει, θεωρητικά τουλάχιστον, ωράριο.
Περιμένεις να ψηθεί το φαγητό.
Υπάρχει χρονόμετρο.
Αν και όλοι έχουμε ανοίξει τον φούρνο δεκατέσσερις φορές για να ελέγξουμε αν μέσα στα τελευταία σαράντα δευτερόλεπτα συνέβη κάτι συγκλονιστικό.
Περιμένεις να έρθει ένα δέμα.
Μπορείς να το παρακολουθείς καθώς ταξιδεύει από μια αποθήκη σε μια άλλη και, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, κάνει δύο ημέρες να φτάσει από τη Γερμανία στην Ελλάδα και άλλες πέντε από το κέντρο διανομής μέχρι το σπίτι σου.
Αλλά ξέρεις πως έρχεται.
Η πιο δύσκολη αναμονή είναι εκείνη που δεν έχει χρονοδιάγραμμα.
Έχεις κάνει τη δική σου κίνηση.
Έχεις στείλει την πρόταση.
Έχεις ανοίξει την ομάδα.
Έχεις πει την ιδέα.
Έχεις απλώσει το χέρι.
Και τώρα δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο να κάνεις.
Μόνο να περιμένεις.
Το «τίποτα περισσότερο να κάνεις» είναι μια κατάσταση εξαιρετικά δύσκολη για όσους έχουμε μάθει να λύνουμε τα πράγματα κάνοντας.
Όταν δεν έρχεται αμέσως η απάντηση, υποψιαζόμαστε ότι μάλλον δεν κάναμε αρκετά.
Να στείλω άλλο ένα μήνυμα;
Να αλλάξω κάτι;
Να εξηγήσω καλύτερα;
Να το ξαναγράψω;
Να δημιουργήσω μια δεύτερη εκδοχή;
Να κάνω ένα post;
Ένα story;
Ένα reel;
Να εμφανιστώ έξω από το σπίτι τους κρατώντας έναν πίνακα με τα βασικά σημεία της πρότασης;
Κάπου χρειάζεται να σταματήσεις.
Όχι επειδή έπαψες να νοιάζεσαι.
Αλλά επειδή έχεις ήδη κάνει το μέρος που σου αναλογεί.
Το υπόλοιπο δεν είναι πια στα χέρια σου.
Και τότε εμφανίζεται το κενό.
Δεν έχει έρθει ακόμη το ναι.
Δεν έχει έρθει ούτε το όχι.
Δεν έχει έρθει τίποτα.
Μόνο σιωπή.
Και ο ανθρώπινος νους δεν αγαπά καθόλου τα κενά.
Τα αντιμετωπίζει σαν ανοιχτές προσκλήσεις για αυτοσχεδιασμό.
Αφού δεν υπάρχει απάντηση, θα τη γράψει μόνος του.
«Δεν ενδιαφέρονται».
«Δεν τους άρεσε».
«Δεν θα γίνει».
«Ήταν λάθος ιδέα».
«Δεν είμαι αρκετά καλή».
Ξεκινάμε από ένα αναπάντητο μήνυμα και, μέσα σε τέσσερα λεπτά, έχουμε αναθεωρήσει ολόκληρη τη ζωή μας.
Το κενό γίνεται οθόνη προβολής.
Και επάνω του προβάλλουμε ό,τι φοβόμαστε περισσότερο.
Μόνο που το κενό δεν είναι απάντηση.
Είναι κενό.
Δεν επιβεβαιώνει.
Δεν απορρίπτει.
Δεν εγκρίνει.
Δεν καταδικάζει.
Δεν γνωρίζει καν ότι του έχουμε αναθέσει τόσο σημαντικό ρόλο.
Βεβαίως, κάποιες φορές η σιωπή γίνεται απάντηση.
Κάποια πράγματα δεν θα προχωρήσουν.
Κάποιοι άνθρωποι δεν θα έρθουν.
Κάποιες πόρτες θα παραμείνουν κλειστές, όσο ευγενικά κι αν χτυπήσουμε.
Αλλά δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε εμείς για λογαριασμό τους πριν περάσει καν ο χρόνος που χρειάζονται για να απαντήσουν.
Δεν χρειάζεται να μεταφράζουμε κάθε καθυστέρηση ως απόρριψη.
Ούτε κάθε παύση ως αποτυχία.
Ούτε κάθε άδειο διάστημα ως απόδειξη ότι τίποτα δεν συμβαίνει.
Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή κινούνται για αρκετό καιρό χωρίς να φαίνονται.
Μια απόφαση ωριμάζει μέσα σε κάποιον.
Μια ιδέα συναντά σιγά σιγά τους ανθρώπους της.
Ένα μήνυμα διαβάζεται τη λάθος στιγμή και επιστρέφει στο μυαλό του άλλου τρεις ημέρες αργότερα, την ώρα που πλένει τα πιάτα.
Κάποιος θέλει να πει ναι, αλλά πρέπει πρώτα να κοιτάξει το πρόγραμμά του, να μιλήσει με έναν άνθρωπο, να τακτοποιήσει κάτι, να βρει τον χρόνο, τα χρήματα ή το θάρρος.
Εμείς βλέπουμε μόνο ότι δεν έχει έρθει ακόμη η απάντηση.
Δεν βλέπουμε όλα όσα μπορεί να συμβαίνουν στην άλλη πλευρά της σιωπής.
Το ερώτημα είναι τι κάνουμε εμείς στο μεταξύ.
Περιμένουμε ακίνητοι;
Κρατάμε την ανάσα μας;
Αναστέλλουμε κάθε επόμενη κίνηση μέχρι να μάθουμε αν η προηγούμενη πέτυχε;
Έχουμε μια παράξενη τάση να δίνουμε στο αποτέλεσμα αυτού που κάναμε την εξουσία να αποφασίσει αν δικαιούμαστε να συνεχίσουμε.
Αν αυτό πάει καλά, τότε θα κάνω το επόμενο.
Αν ανταποκριθούν, τότε θα πιστέψω περισσότερο στην ιδέα μου.
Αν έρθουν οι άνθρωποι, τότε θα ξέρω ότι άξιζε.
Αν αναγνωριστεί, τότε θα επιτρέψω στον εαυτό μου να χαρεί.
Σαν να πρέπει κάθε δημιουργία να επιστρέψει κρατώντας ένα πιστοποιητικό επιτυχίας, πριν μας επιτραπεί να δημιουργήσουμε ξανά.
Αλλά η δημιουργία δεν λειτουργεί πάντα έτσι.
Δεν είναι μια σειρά από κλειδωμένες πόρτες όπου ανοίγει η επόμενη μόνο όταν ολοκληρώσεις επιτυχώς την προηγούμενη πίστα.
Μπορείς να έχεις στείλει μία πρόταση και, ενώ περιμένεις, να γεννιέται ήδη μια άλλη ιδέα.
Μπορείς να έχεις ανοίξει μια ομάδα και να συνεχίζεις να διαβάζεις, να σχεδιάζεις, να γράφεις.
Μπορείς να έχεις προσφέρει κάτι στον κόσμο χωρίς να στέκεσαι δίπλα του όλη μέρα, παρακολουθώντας ποιος το κοιτάζει.
Κάποια στιγμή η δημιουργία χρειάζεται να απομακρύνεται λίγο από τον δημιουργό της.
Να βρίσκει τον δρόμο της.
Να συναντά ή να μη συναντά τους ανθρώπους της.
Να παρεξηγείται.
Να αγαπιέται.
Να περνά απαρατήρητη.
Να επιστρέφει αλλιώς.
Όταν στέλνεις ένα γράμμα, δεν μένεις δίπλα στο γραμματοκιβώτιο μέχρι να φτάσει.
Το ρίχνεις μέσα.
Ακούς εκείνον τον μικρό ήχο καθώς πέφτει.
Και φεύγεις.
Συνεχίζεις τη μέρα σου.
Δεν σημαίνει ότι δεν σε ενδιαφέρει αν θα διαβαστεί.
Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως το ταξίδι του δεν εξαρτάται πια μόνο από εσένα.
Ίσως αυτό να χρειάζεται να κάνουμε και με όσα δημιουργούμε.
Να τα φροντίζουμε όσο είναι στα χέρια μας.
Να τους δίνουμε μορφή.
Να τα διορθώνουμε.
Να τα προετοιμάζουμε.
Να τα στέλνουμε με καθαρή πρόθεση.
Και ύστερα να τα αφήνουμε να φύγουν.
Όχι να τα εγκαταλείπουμε.
Να τα εμπιστευόμαστε αρκετά ώστε να μη χρειάζεται να τα ακολουθούμε από πίσω, ρωτώντας κάθε λίγο:
«Λοιπόν; Πώς τα πας; Σε πρόσεξε κανείς;»
Στο μεταξύ, μπορούμε να επιστρέψουμε στο τσάι μας.
Στην επόμενη σελίδα.
Στην επόμενη συζήτηση.
Σε κάτι που μας κινεί χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πού θα οδηγήσει.
Μπορούμε να συνεχίσουμε να δημιουργούμε.
Όχι μανιακά.
Όχι για να μη νιώσουμε την αβεβαιότητα.
Όχι για να καλύψουμε το κενό με τόσο θόρυβο ώστε να μην ακούμε τις σκέψεις μας.
Υπάρχει και μια δημιουργία που είναι απλώς άλλη μία μορφή φυγής.
Παράγεις συνεχώς επειδή φοβάσαι να σταματήσεις.
Ανοίγεις δέκα καινούρια πράγματα για να μη παραδεχτείς ότι περιμένεις ένα.
Γεμίζεις κάθε ώρα, κάθε σελίδα, κάθε διαθέσιμο σημείο της ζωής σου.
Δεν μιλάω γι’ αυτό.
Μιλάω για τη δημιουργία που συνεχίζει να ρέει, ακόμη κι όταν δεν έχει επιβεβαίωση.
Για τη δημιουργία που δεν λέει:
«Θα κάνω κι άλλο για να αποδείξω ότι αξίζω».
Λέει:
«Εξακολουθώ να έχω κάτι να δώσω».
Δεν είναι το ίδιο.
Το ένα γεννιέται από πανικό.
Το άλλο από σύνδεση.
Το ένα προσπαθεί να αναγκάσει τη ζωή να απαντήσει.
Το άλλο παραμένει σε σχέση μαζί της, ακόμη κι όταν η απάντηση αργεί.
Δημιουργία, βέβαια, δεν είναι μόνο ό,τι παρουσιάζουμε δημόσια.
Δεν είναι μόνο ένα πρόγραμμα, ένα κείμενο, μια πρόταση, ένα έργο.
Μπορεί να είναι ένα γεύμα που φτιάξαμε χωρίς βιασύνη.
Ένα δωμάτιο που αλλάξαμε λίγο για να μας χωρά καλύτερα.
Μια συνάντηση που κανονίσαμε με έναν άνθρωπο που μας έλειψε.
Ένα βιβλίο που ανοίξαμε χωρίς να χρειάζεται να μας χρησιμεύσει κάπου.
Ένα απόγευμα στο οποίο δεν επιτρέψαμε σε αυτό που περιμένουμε να καταλάβει όλο τον χώρο.
Γιατί αυτό κάνει συχνά η αναμονή.
Καταλαμβάνει.
Ένα μόνο πράγμα που δεν έχει απαντηθεί μπορεί να απλωθεί τόσο πολύ, ώστε όλα τα υπόλοιπα να μοιάζουν προσωρινά.
Δεν είμαι πραγματικά εδώ.
Περιμένω να δω τι θα γίνει.
Δεν ξεκινώ κάτι άλλο.
Περιμένω να ξεκαθαρίσει αυτό.
Δεν χαίρομαι ακόμη.
Δεν ξέρω αν δικαιούμαι.
Δεν χαλαρώνω.
Μπορεί να έρθει μήνυμα.
Κι έτσι ολόκληρη η ημέρα γίνεται προθάλαμος μιας άλλης στιγμής.
Της σημαντικής.
Εκείνης στην οποία επιτέλους θα μάθουμε.
Μόνο που και αυτή η ημέρα είναι ζωή.
Δεν είναι το διάλειμμα πριν από τη ζωή.
Το «στο μεταξύ» δεν είναι περισσευούμενος χρόνος.
Δεν είναι μια πρόχειρη γέφυρα που πρέπει απλώς να διασχίσουμε μέχρι να φτάσουμε στο πραγματικό γεγονός.
Μερικές φορές διαρκεί ημέρες.
Άλλες φορές μήνες.
Κάποιες απαντήσεις δεν έρχονται ποτέ με τον τρόπο που περιμέναμε.
Αν θεωρήσουμε όλο αυτό το διάστημα κενό, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι αφήσαμε ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας ακατοίκητο.
Ίσως η ήρεμη αναμονή να μην είναι μια κατάσταση απόλυτης βεβαιότητας.
Δεν λες στον εαυτό σου:
«Ξέρω ότι όλα θα πάνε καλά».
Δεν το ξέρεις.
Ούτε χρειάζεται να το προσποιηθείς.
Ήρεμη αναμονή μπορεί να σημαίνει:
Έκανα αυτό που μπορούσα.
Δεν γνωρίζω ακόμη το αποτέλεσμα.
Δεν θα γεμίσω τη σιωπή με ιστορίες εναντίον μου.
Θα παραμείνω ανοιχτή στην απάντηση.
Και μέχρι να έρθει, θα συνεχίσω.
Όχι σαν να μη με νοιάζει.
Αλλά χωρίς να εγκαταλείψω τον εαυτό μου έξω από την πόρτα της.
Αυτό θέλω να μάθω αυτή την περίοδο.
Να αφήνω τις πόρτες ανοιχτές χωρίς να στέκομαι όλη μέρα στην είσοδο.
Να επιστρέφω μέσα.
Να τακτοποιώ τα πράγματά μου.
Να μιλάω με τους ανθρώπους μου.
Να γράφω την επόμενη σελίδα.
Να φτιάχνω το επόμενο.
Να ξεκουράζομαι.
Να γελάω.
Να κάνω σχέδια που δεν εξαρτώνται όλα από μία συγκεκριμένη απάντηση.
Κι αν ακουστεί χτύπος, θα τον ακούσω.
Δεν χρειάζεται να έχω διαρκώς το αυτί μου κολλημένο στην πόρτα.
Μπορεί αυτό που περιμένω να έρθει.
Μπορεί να έρθει αργότερα.
Μπορεί να εμφανιστεί με μια μορφή που δεν θα αναγνωρίσω αμέσως.
Μπορεί και να μην έρθει καθόλου.
Τότε θα στενοχωρηθώ.
Θα θυμώσω ίσως.
Θα αναρωτηθώ τι θα μπορούσα να έχω κάνει διαφορετικά.
Θα αφήσω τον εαυτό μου να νιώσει ό,τι είναι αληθινό.
Αλλά ακόμη κι ένα «όχι» δεν μπορεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να ακυρώσει το θάρρος που χρειάστηκε για να κάνω την κίνηση.
Δεν μπορεί να μετατρέψει την προσπάθεια σε λάθος.
Δεν μπορεί να αποδείξει ότι δεν άξιζε να ανοίξω.
Ένα αποτέλεσμα λέει τι συνέβη αυτή τη φορά.
Δεν λέει ποια είμαι.
Ούτε αποφασίζει αν θα δημιουργήσω ξανά.
Προς το παρόν, λοιπόν, περιμένω.
Αλλά δεν είμαι μόνο εκείνη που περιμένει.
Είμαι κι εκείνη που συνεχίζει.
Που παρατηρεί τι άλλο γεννιέται.
Που αφήνει λίγο χώρο χωρίς να τον βαφτίζει αποτυχία.
Που δεν τραβά κάθε βράδυ τα φυτά από το χώμα για να ελέγξει αν μεγάλωσαν οι ρίζες τους.
Που θυμάται ότι κάποια πράγματα χρειάζονται την παρουσία μας.
Και κάποια άλλα χρειάζονται, για λίγο, να πάψουμε να τα αγγίζουμε.
Έκανα την κίνησή μου.
Έστειλα το γράμμα.
Άφησα την πόρτα ανοιχτή.
Τώρα επιστρέφω στο τραπέζι μου.
Υπάρχει ακόμη τσάι στην κούπα.
Κρύο, φυσικά.
Υπάρχει όμως και μια άδεια σελίδα μπροστά μου.
Και αυτή τη φορά το κενό της δεν μοιάζει με αποτυχία.
Μοιάζει με χώρο.
Χρύσα Δουρίδα

Σήμερα γιορτάζει:

Στρατόνικος, Στρατονίκης, Στρατονίκιος, Στράτος, Στράτης [...]

Email : info@acharnestimes.gr