Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2026
  • Home  
  • Soft Living Notes – Και η ζωή θέλει editing…

Soft Living Notes – Και η ζωή θέλει editing…

Τις προάλλες κοιτούσα ένα κείμενο που μόλις είχα τελειώσει. Γράφω το βιβλίο μου. Επιτέλους!

Ήταν ωραίο. Είχε σκέψεις που μου άρεσαν, φράσεις που ήθελα να κρατήσω και μερικά σημεία που, την ώρα που τα έγραφα, τα είχα βρει σχεδόν συγκλονιστικά.

Είχε, όμως, κι ένα μικρό πρόβλημα. Έλεγε το ίδιο πράγμα αρκετές φορές. Πολύ Χρύσα αυτό. Με διαφορετικές λέξεις, βέβαια. Δεν είμαστε και… chat gpt. Αλλά το έλεγε.

Χρειαζόταν χτένισμα. Κι έτσι άρχισα να κόβω. Μια πρόταση από εδώ. Μια παράγραφο από εκεί. Ένα παράδειγμα που ήταν χαριτωμένο, αλλά είχε ήδη κάνει τη δουλειά του ένα άλλο.

Κάθε φορά που διέγραφα κάτι, ένα μέρος μου αντιδρούσε.

«Κρίμα, είναι ωραίο».

Ναι, ήταν ωραίο. Απλώς δεν χρειαζόταν να μείνει.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες διακρίσεις, όχι μόνο στο γράψιμο αλλά και στη ζωή: Κάτι δεν χρειάζεται να είναι κακό για να μη μας χρειάζεται πια. Ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι λάθος για να μην ανήκει σε αυτή την περίοδο. Μια πρόταση δεν χρειάζεται να είναι άσχημη για να μη χωράει σε αυτό το κείμενο. Μια δυνατότητα δεν χρειάζεται να είναι προβληματική για να μην είναι η δική μας.

Κάποιες φορές είναι απλώς περιττή. Ή ανήκει αλλού. Ή ολοκλήρωσε τη δουλειά της.

Ήταν αυτή η σκέψη που με έκανε να αναρωτηθώ πόσο σπάνια κάνουμε editing στη ζωή μας.

Συνήθως κάνουμε το αντίθετο. Προσθέτουμε. Περισσότερους ανθρώπους. Περισσότερα σχέδια. Περισσότερες υποχρεώσεις. Περισσότερες επιλογές. Περισσότερα πράγματα στο σπίτι, τα οποία κάποια στιγμή θα οργανώσουμε μέσα σε περισσότερα κουτιά που θα αγοράσουμε ειδικά για να οργανώσουμε τα πράγματα που μάλλον δεν χρειαζόμασταν εξαρχής.

Μας αρέσει το «περισσότερο». Μοιάζει με πρόοδο.

Ένα γεμάτο ημερολόγιο φαίνεται σημαντικό. Ένα γεμάτο meeting room φαίνεται επιτυχημένο. Ένα γεμάτο τηλέφωνο φαίνεται κοινωνικό. Μια γεμάτη ντουλάπα υποτίθεται ότι σημαίνει πως έχουμε πολλές επιλογές, παρόλο που φοράμε σταθερά τα ίδια πέντε ρούχα και κοιτάζουμε τα υπόλοιπα με συγκατάβαση. Δεν τα πετάμε όμως!

Έχουμε μάθει να διαβάζουμε την πληρότητα ως επιτυχία και το κενό ως έλλειψη.

Αν κάποιος φύγει, αναρωτιόμαστε αμέσως τι πήγε στραβά. Αν μια συνεργασία δεν προχωρήσει, ψάχνουμε τρόπους να τη σώσουμε. Αν κάτι δεν γεμίσει, αισθανόμαστε ότι αποτύχαμε.

Αν μια πόρτα κλείσει, στεκόμαστε μπροστά της προσπαθώντας να την ανοίξουμε, ακόμη κι όταν δίπλα υπάρχει άλλη πόρτα, ορθάνοιχτη, με φωτισμό, πινακίδα και κάποιον να μας κάνει νόημα.

Όχι. Εμείς στη δική μας.

«Μα γιατί έκλεισε;»

Ίσως επειδή δεν είναι η πόρτα μας.

Δεν είναι πάντοτε εύκολο να το δεχτούμε. Γιατί η αποχώρηση έχει θόρυβο. Η μη άφιξη έχει σιωπή. Και μέσα στη σιωπή μπορούμε πολύ εύκολα να ακούσουμε όλες τις ανασφάλειές μας να κάνουν συνέλευση.

«Μήπως δεν είμαι αρκετή;»

«Μήπως έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο;»

«Μήπως πρέπει να αλλάξω κάτι;»

«Μήπως όλοι οι άλλοι γνωρίζουν κάποιο μυστικό που εγώ έχασα επειδή δεν άνοιξα το σωστό newsletter;»

Μερικές φορές, βέβαια, χρειάζεται να κοιτάξουμε τι μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, τι χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε. Η αυτογνωσία δεν καταργείται επειδή αποφασίσαμε να ζούμε πιο ήπια. Ούτε κάθε απόρριψη είναι ένα κοσμικό σημάδι ότι το σύμπαν μάς προστατεύει από κάτι.

Μπορεί απλώς να μην κάναμε καλά τη δουλειά μας. Μπορεί να αργήσαμε. Μπορεί να μη μιλήσαμε καθαρά. Μπορεί να χρειάζεται να μάθουμε, να διορθώσουμε, να ξαναδοκιμάσουμε.

Αλλά δεν είναι κάθε κενό πρόβλημα προς επίλυση. Δεν είναι κάθε αποχώρηση προσωπική αποτυχία. Δεν είναι κάθε θέση που μένει άδεια μια θέση που οφείλουμε να γεμίσουμε με τον πρώτο διαθέσιμο άνθρωπο.

Ένα τραπέζι δεν γίνεται πιο ζωντανό επειδή γέμισαν όλες οι καρέκλες. Σημασία έχει αν αυτοί που κάθονται θέλουν πραγματικά να είναι εκεί. Αν υπάρχει χώρος να μιλήσουν. Αν μπορούν να αναπνεύσουν. Αν, όταν σηκωθούν, φεύγουν λίγο πιο γεμάτοι απ’ ό,τι ήρθαν.

Το κατάλληλο δεν είναι πάντα το περισσότερο. Μερικές φορές είναι το ακριβές.

Αυτό που μπορεί να σταθεί χωρίς να το πιέζεις. Αυτό που δεν χρειάζεται να το κυνηγάς διαρκώς για να μη φύγει. Αυτό που δεν απαιτεί να μικρύνεις τον εαυτό σου, να χαμηλώσεις τη φωνή σου ή να αλλάξεις σχήμα για να χωρέσεις.

Κι ίσως η ωριμότητα να μην είναι μόνο να αναγνωρίζεις αυτό που σου ταιριάζει. Είναι και να μπορείς να αφήνεις ήσυχα αυτό που δεν σου ταιριάζει, χωρίς να χρειάζεται να το κατηγορήσεις.

Δεν είναι οι άλλοι λάθος. Δεν είμαστε εμείς λάθος. Μπορεί δύο καλοί άνθρωποι να μη συναντιούνται στο ίδιο σημείο. Μπορεί μια όμορφη ιδέα να μη χωράει στη ζωή που έχουμε τώρα. Μπορεί κάτι που κάποτε ήταν πολύ δικό μας να ολοκλήρωσε τον κύκλο του.

Δεν χρειάζεται να χαλάσουμε την ανάμνησή του για να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να προχωρήσει. Όπως δεν χρειάζεται να αποφασίσω ότι μια πρόταση είναι κακή για να την αφαιρέσω από ένα κείμενο.

Μπορώ να τη διαβάσω, να μου αρέσει και να πατήσω delete.

Με χτυποκάρδι, αλλά delete.

Βέβαια, στη ζωή δεν υπάρχει φάκελος «διαγραμμένα», όπου μπορείς να μπεις τρεις μέρες αργότερα και να επαναφέρεις ό,τι σου έλειψε. Ίσως γι’ αυτό κρατάμε τόσο πολλά.

Σχέσεις που έχουν τελειώσει, αλλά δεν το έχουμε παραδεχτεί. Ρόλους που δεν μας εκφράζουν. Υποχρεώσεις που συνεχίζουμε επειδή κανείς δεν μας είπε ότι επιτρέπεται να σταματήσουμε. Εκδοχές του εαυτού μας που κάποτε μας προστάτευσαν, αλλά τώρα μας στενεύουν.

Τα κρατάμε όλα με την ίδια λογική που κρατάμε εκείνο το καλώδιο στο συρτάρι. Δεν ξέρουμε σε ποια συσκευή ανήκει. Δεν έχουμε δει αυτή τη συσκευή εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Μπορεί να μην υπάρχει πια ούτε η εταιρεία που την κατασκεύασε. Αλλά δεν το πετάμε.

Μήπως χρειαστεί.

Και κάπως έτσι δημιουργούνται ολόκληρα συρτάρια, ντουλάπια και ζωές γεμάτες «μήπως χρειαστεί».

Το ξεκαθάρισμα, όμως, δεν είναι πάντα απώλεια. Μερικές φορές είναι η στιγμή που αρχίζουμε να βλέπουμε τη μορφή.

Όταν αφαιρούνται όσα επαναλαμβάνονται, το κείμενο αναπνέει. Όταν απομακρύνονται όσα βρίσκονται στη ζωή μας από φόβο, συνήθεια ή ενοχή, αρχίζουμε να διακρίνουμε τι μένει από επιλογή.

Στην αρχή, βέβαια, ο χώρος που δημιουργείται μπορεί να μας τρομάξει. Είναι δύσκολο να κοιτάζεις έναν κενό χώρο και να μην τον ερμηνεύεις. Να μην τον ονομάζεις αποτυχία. Να μην τον μετατρέπεις σε επείγον περιστατικό.

Να τον αφήνεις για λίγο κενό.

Όχι από παραίτηση. Από περιέργεια.

Για να δεις τι σχήμα έχει. Τι επιτρέπει να φανεί. Τι μπορεί, επιτέλους, να ακουστεί τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος.

Για μένα, το soft living βρίσκεται πολύ μέσα σε αυτό. Όχι σε μια ζωή όπου τίποτα δεν φεύγει, τίποτα δεν αλλάζει και όλα έρχονται ακριβώς όπως τα παραγγείλαμε.

Αυτό δεν είναι soft living.

Είναι υπηρεσία ταχυμεταφορών εξαιρετικά υψηλών προδιαγραφών.

Το soft living είναι να μη βιάζεσαι να γεμίσεις κάθε κενό μόνο και μόνο για να μη νιώσεις ότι κάτι λείπει. Να μην κρατάς με το ζόρι κάτι που έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται. Να μη μετράς την αξία μιας εμπειρίας από το πόσοι την επέλεξαν. Να μην προσπαθείς να πείσεις κάθε άνθρωπο να δει αυτό που βλέπεις εσύ.

Να αφήνεις τους άλλους ελεύθερους να γνωρίζουν τι είναι κατάλληλο για εκείνους. Και να εμπιστεύεσαι λίγο περισσότερο ότι μπορείς να αναγνωρίσεις τι είναι κατάλληλο για εσένα.

Αυτή η εμπιστοσύνη δεν έχει πια την αγωνία που είχε στην αρχή. Δεν στέκεται στην άκρη της καρέκλας περιμένοντας μια απόδειξη. Έχει καθίσει λίγο πιο πίσω. Έχει ακουμπήσει τα χέρια της. Αναπνέει κανονικά.

Δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθούν όλα. Αλλά δεν θεωρεί πια πως οτιδήποτε δεν εξελίχθηκε ήταν απαραίτητα χαμένο.

Κοιτάζει γύρω και βλέπει ότι, πολλές φορές, αυτό που δεν ήρθε άφησε χώρο γι’ αυτό που μπορούσε πραγματικά να μείνει. Αυτός που έφυγε μάς έδειξε ποιος στεκόταν ήδη δίπλα μας. Η ευκαιρία που δεν προχώρησε μας γλίτωσε από μια διαδρομή που θα μας απομάκρυνε από εμάς. Το σχέδιο που άλλαξε αποκάλυψε τι θέλαμε στην πραγματικότητα.

Όχι πάντα.

Δεν χρειάζεται να κατασκευάζουμε ένα φωτεινό δίδαγμα από καθετί που μας συμβαίνει. Υπάρχουν αποχωρήσεις που πονάνε. Υπάρχουν πράγματα που θα θέλαμε να είχαν γίνει αλλιώς. Υπάρχουν άνθρωποι που μας λείπουν, ακόμη κι όταν ξέρουμε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν μαζί μας.

Η ησυχία δεν ακυρώνει τη λύπη. Απλώς δεν την κάνει πανικό.

Μπορώ να λυπηθώ για κάτι που τελείωσε χωρίς να τρέξω να το αντικαταστήσω. Μπορώ να απογοητευτώ από κάτι που δεν έγινε χωρίς να αποφασίσω ότι τίποτα δεν θα γίνει. Μπορώ να μην καταλαβαίνω ακόμη τον λόγο και, παρ’ όλα αυτά, να συνεχίζω τη μέρα μου.

Να φτιάχνω τον καφέ μου. Να κάνω τη δουλειά μου. Να ανοίγω την πόρτα σε ό,τι έρχεται, χωρίς να στέκομαι στο κατώφλι φωνάζοντας σε όποιον περνά:

«Μήπως είσαι εσύ;»

Το κατάλληλο δεν χρειάζεται πάντοτε να το αναγνωρίσουμε από μακριά. Μερικές φορές το καταλαβαίνουμε από τον τρόπο που κάθεται μέσα στη ζωή μας.

Δεν κάνει φασαρία. Δεν μας βάζει σε διαρκή επιφυλακή. Δεν απαιτεί καθημερινή επιβεβαίωση της παρουσίας του.

Απλώς ταιριάζει.

Σαν μια παράγραφος που δεν χρειάζεται να τη διαβάσεις δέκα φορές για να δεις αν ανήκει εκεί. Κυλάει. Συνδέεται με όσα προηγήθηκαν. Ανοίγει χώρο για όσα ακολουθούν. Και, κυρίως, δεν χρειάζεται να εξηγεί διαρκώς γιατί υπάρχει.

Όταν τελείωσα το χτένισμα εκείνου του κειμένου, το διάβασα ξανά. Ήταν μικρότερο. Έλειπαν φράσεις που αγαπούσα. Είχαν φύγει ολόκληρα κομμάτια που, λίγη ώρα πριν, θεωρούσα απαραίτητα.

Κι όμως, δεν ήταν φτωχότερο. Ήταν καθαρότερο. Ακουγόταν καλύτερα αυτό που ήθελε πραγματικά να πει.

Ίσως κάπως έτσι να συμβαίνει και στη ζωή.

Ίσως η ζωή να μη μας αφαιρεί αυτό που χρειαζόμαστε. Ίσως να κάνει λίγο χώρο, ώστε να μπορούμε να το αναγνωρίσουμε όταν έρθει.

Κι ώσπου να έρθει, δεν χρειάζεται να γεμίσουμε τη λευκή γραμμή.

Μπορούμε να την αφήσουμε έτσι.

Να αναπνεύσει το κείμενο.

Να αναπνεύσουμε κι εμείς.

Χρύσα Δουρίδα

Σήμερα γιορτάζει:

Σεβαστιανή, Σεβαστίνα, Σεβαστιάνα, Σεβαστή, Σέβη, Σεβούλα, Σεβαστούλα [...]

Email : info@acharnestimes.gr