Τον τελευταίο καιρό, όταν με ρωτούν πώς πηγαίνουν τα πράγματα, η πιο ειλικρινής απάντηση είναι:
«Δεν ξέρω ακόμη».
Το παράξενο είναι ότι αυτή τη φορά δεν το λέω με εκείνον τον γνώριμο κόμπο στο στομάχι.
Δεν ακολουθεί αμέσως μια εσωτερική επιτροπή ελέγχου που ζητά αναλυτική αναφορά, χρονοδιάγραμμα και εξηγήσεις για την καθυστέρηση.
Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να βρω γρήγορα μια πιο καθησυχαστική απάντηση.
Δεν ξέρω ακόμη.
Και, με έναν τρόπο που δεν μπορώ να εξηγήσω εντελώς, είμαι καλά με αυτό.
Όχι αδιάφορη.
Όχι αποστασιοποιημένη.
Με νοιάζει πολύ.
Έχω δώσει χρόνο, σκέψη, δουλειά, ενέργεια.
Έχω ανοίξει πράγματα που θέλω να δω να μεγαλώνουν.
Έχω κάνει κινήσεις που ελπίζω να οδηγήσουν κάπου.
Απλώς κάτω από όλα αυτά υπάρχει μια ησυχία.
Μια αίσθηση ότι κάτι κινείται.
Ότι δεν χρειάζεται να το σπρώχνω κάθε λεπτό για να συνεχίσει.
Ότι μπορώ να κάνω το επόμενο βήμα χωρίς να έχω εξασφαλίσει ολόκληρη τη διαδρομή.
Αυτό, φαντάζομαι, λέγεται εμπιστοσύνη.
Μια λέξη που χρησιμοποιούμε πολύ εύκολα όταν τα πράγματα έχουν ήδη πάει καλά.
Κοιτάζουμε προς τα πίσω, ενώνουμε τα σημεία και λέμε:
«Τελικά, έπρεπε απλώς να εμπιστευτώ».
Τώρα που γνωρίζουμε τι συνέβη, η εμπιστοσύνη μάς φαίνεται εξαιρετικά λογική επιλογή.
Όταν όμως βρίσκεσαι ακόμη στη μέση, χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς εγγύηση και χωρίς αφηγητή να σου εξηγεί τη σημασία κάθε σκηνής, είναι… αλλουνού παπά ευαγγέλιο.
Δεν ξέρεις αν αυτό που κάνεις θα λειτουργήσει.
Δεν γνωρίζεις ποια από τις πόρτες που άνοιξες οδηγεί κάπου και ποια ανοίγει απλώς σε μια αποθήκη γεμάτη πράγματα που θα έπρεπε να είχες πετάξει πριν από χρόνια.
Δεν υπάρχει μουσική υπόκρουση να σε ενημερώνει ότι πλησιάζει η σημαντική στιγμή.
Υπάρχει μόνο η σημερινή ημέρα.
Και το επόμενο βήμα.
Η βεβαιότητα και η εμπιστοσύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η βεβαιότητα λέει:
«Ξέρω τι θα συμβεί».
Η εμπιστοσύνη λέει:
«Δεν ξέρω τι θα συμβεί, αλλά μπορώ να προχωρήσω».
Η βεβαιότητα θέλει αποδείξεις.
Η εμπιστοσύνη έχει ίσως μερικές μικρές ενδείξεις.
Ένα μήνυμα που έρχεται τη στιγμή που είχες αρχίσει να αμφιβάλλεις.
Έναν άνθρωπο που αναγνωρίζει ακριβώς αυτό που προσπαθείς να δημιουργήσεις.
Μια συνάντηση που ανοίγει απροσδόκητα μια επόμενη.
Μια φράση που ακούς τυχαία και βάζει στη θέση του κάτι που γύριζε ακατάστατο μέσα σου.
Ένα μικρό «ναι».
Όχι εκείνο το μεγάλο, θεαματικό «ναι» που λύνει τα πάντα και συνοδεύεται από σαμπάνιες, ανακοινώσεις και φωτογραφία με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον.
Ένα ήσυχο «ναι».
Ένας άνθρωπος που έρχεται.
Ένα πράγμα που βρίσκει τη θέση του.
Μια ιδέα που αρχίζει να αποκτά σχήμα.
Αρκετό για να κάνεις ακόμη ένα βήμα.
Όχι αρκετό για να συντάξεις πενταετές στρατηγικό πλάνο.
Το μυαλό μου, φυσικά, θα προτιμούσε το πλάνο.
Θα ήθελε σαφείς στόχους, προβλέψεις, ποσοστά επιτυχίας και μια μικρή παράγραφο στο τέλος με τίτλο «Τι μπορεί να πάει στραβά και πώς θα το αποτρέψουμε».
Η ζωή, από την άλλη, λειτουργεί συχνά με τη μέθοδο:
«Πήγαινε μέχρι εκεί και μετά θα δούμε».
Δεν είναι η αγαπημένη μου μέθοδος.
Αλλά αρχίζω να αναγνωρίζω την αξία της.
Γιατί στη ζωή που έχω —τη μοναδική, απ’ όσο γνωρίζω, που είναι διαθέσιμη— τις περισσότερες φορές χρειάζεται να ξεκινήσω πριν αισθανθώ έτοιμη.
Να προχωρήσω πριν βεβαιωθώ.
Να μάθω αφού έχω ήδη πει το πρώτο «ναι».
Η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει ότι πιστεύω πως όλα θα γίνουν όπως τα έχω σχεδιάσει.
Αυτό θα ήταν πρόβλεψη.
Ή αφέλεια.
Ή ένα εξαιρετικά ανησυχητικό επίπεδο αυτοπεποίθησης.
Όταν λέω μέσα μου «όλα θα γίνουν», δεν εννοώ ότι κάθε σχέδιο θα πετύχει, κάθε άνθρωπος θα έρθει και κάθε επιθυμία θα πραγματοποιηθεί ακριβώς στον χρόνο και με τον τρόπο που έχω αποφασίσει.
Η ζωή, μου έχει γίνει πια σαφές, δεν συγκινείται ιδιαίτερα από τα αρχεία μας με τίτλο «ΤΕΛΙΚΟ ΠΛΑΝΟ».
Έχει τις δικές της διορθώσεις.
Κάνει αλλαγές χωρίς track changes.
Μετακινεί ολόκληρες παραγράφους.
Διαγράφει ανθρώπους που θεωρούσαμε βασικούς χαρακτήρες.
Προσθέτει άλλους χωρίς να μας ενημερώσει.
Και αρνείται πεισματικά να μας στείλει την τελική εκδοχή για έγκριση.
Το «όλα θα γίνουν» σημαίνει κάτι διαφορετικό για μένα.
Σημαίνει ότι τα πράγματα θα βρουν κάποια μορφή.
Όχι απαραίτητα αυτή που φαντάστηκα.
Κάτι θα ανοίξει.
Κάτι θα ολοκληρωθεί.
Κάτι θα χρειαστεί να το αφήσω.
Κάτι που τώρα μοιάζει ασύνδετο θα συναντήσει αργότερα τη θέση του.
Κι εγώ θα είμαι εκεί για να δω τι ζητά κάθε επόμενο βήμα.
Ίσως η εμπιστοσύνη να μην είναι τελικά η πεποίθηση ότι η ζωή θα μου δώσει αυτό που θέλω.
Ίσως να είναι η εμπιστοσύνη ότι δεν θα εγκαταλείψω εγώ τον εαυτό μου, ό,τι κι αν μου δώσει η ζωή.
Ότι θα μπορέσω να ακούσω.
Να προσαρμοστώ.
Να πενθήσω κάτι που δεν έγινε.
Να αναγνωρίσω κάτι που ήρθε διαφορετικά.
Να αλλάξω κατεύθυνση χωρίς να θεωρήσω ολόκληρη την προηγούμενη διαδρομή χαμένη.
Η εσωτερική ησυχία δεν είναι απουσία φόβου.
Ούτε μια μόνιμη κατάσταση φωτισμένης γαλήνης, όπου τίποτα δεν σε ταράζει και μιλάς διαρκώς με χαμηλή φωνή δίπλα σε αναμμένα κεριά.
Μπορείς να έχεις ησυχία και ταυτόχρονα να αναρωτιέσαι.
Να φοβάσαι λίγο.
Να ξυπνάς μια μέρα γεμάτη εμπιστοσύνη και την επόμενη να ζητάς επειγόντως μια απόδειξη ότι δεν έχεις χάσει τα λογικά σου.
Η εμπιστοσύνη δεν λέει:
«Δεν θα αμφιβάλλω ποτέ ξανά».
Λέει:
«Ακόμη κι όταν αμφιβάλλω, δεν χρειάζεται να γκρεμίσω ό,τι έχτισα χθες».
Δεν ξέρω αν οι μικρές επιβεβαιώσεις που έρχονται είναι σημάδια.
Η λέξη «σημάδι» μπορεί να γίνει κάπως επικίνδυνη στα χέρια ενός ανθρώπου που θέλει πολύ να πιστέψει κάτι.
Αν δεν προσέξεις, αρχίζεις να ερμηνεύεις τα πάντα.
Το πράσινο φανάρι σημαίνει «προχώρα».
Το κόκκινο σημαίνει «περίμενε».
Η βροχή σημαίνει «κάθαρση».
Το περιστέρι που πέρασε σημαίνει πως το σύμπαν εγκρίνει την επαγγελματική σου πρόταση.
Και κάποια στιγμή δεν μπορείς απλώς να πας στο περίπτερο χωρίς να ζητήσεις καθοδήγηση από το πεδίο.
Δεν χρειάζεται καθετί να είναι σημάδι.
Μπορεί να είναι απλώς ένα περιστέρι που πηγαίνει στις δουλειές του.
Υπάρχουν, όμως, στιγμές που πολλά μικρά πράγματα αρχίζουν να δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Μια συνομιλία.
Μια συγκυρία.
Ένα ενδιαφέρον που εμφανίζεται εκεί όπου δεν το περίμενες.
Η ενέργεια που νιώθεις όταν δουλεύεις πάνω σε κάτι.
Ο τρόπος με τον οποίο το σώμα σου ηρεμεί όταν λες «ναι» σε μια συγκεκριμένη δυνατότητα.
Δεν είναι αποδείξεις που θα στέκονταν σε δικαστήριο.
Είναι αρκετές, όμως, για να σε κάνουν να προσέξεις.
Να μη βιαστείς να εγκαταλείψεις.
Να πεις:
«Εδώ κάτι υπάρχει».
Και να μείνεις λίγο ακόμη.
Μαθαίνω να δέχομαι αυτές τις μικρές επιβεβαιώσεις χωρίς να ζητώ από αυτές να σηκώσουν ολόκληρο το βάρος του μέλλοντός μου.
Δεν χρειάζεται ένα μήνυμα να αποδείξει ότι όλα θα πάνε καλά.
Δεν χρειάζεται ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει αυτό που κάνω να εκπροσωπήσει ολόκληρο τον κόσμο.
Μπορεί να είναι απλώς αυτό που είναι.
Μια μικρή ανταπόκριση.
Ένα φως αρκετό για τα επόμενα λίγα μέτρα.
Δεν χρειάζεται να φωτιστεί ολόκληρος ο δρόμος.
Μόνο το σημείο στο οποίο θα πατήσει τώρα το πόδι μου.
Θέλουμε να γνωρίζουμε από πριν.
Να εξασφαλίσουμε.
Να προστατευτούμε από την απογοήτευση.
Να μη δώσουμε χρόνο και καρδιά σε κάτι που μπορεί να μην οδηγήσει εκεί όπου ελπίζουμε.
Είναι κατανοητό.
Αλλά δεν υπάρχει τρόπος να ζήσουμε με την καρδιά ανοιχτή και ταυτόχρονα να εγγυηθούμε ότι δεν θα πονέσουμε.
Δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς έκθεση.
Δεν υπάρχει σύνδεση χωρίς πιθανότητα απώλειας.
Δεν υπάρχει καινούριο βήμα χωρίς ένα σημείο όπου το παλιό έδαφος μένει πίσω και το επόμενο δεν έχει ακόμη πατηθεί.
Μπορούμε να περιμένουμε την απόλυτη βεβαιότητα.
Έχει, όμως, ένα κακό συνήθειο.
Έρχεται συνήθως αφού δεν τη χρειαζόμαστε πια.
Όταν ξέρουμε ήδη τι συνέβη.
Στο μεταξύ, η ζωή ζητά να κινηθούμε με κάτι λιγότερο.
Με λίγα δεδομένα.
Με την εμπειρία μας.
Με την επαφή μας με τον εαυτό μας.
Με εκείνη την εσωτερική ησυχία που δεν μπορεί να σου εξηγήσει ακριβώς γιατί, αλλά σου λέει:
«Μπορείς να κάνεις ακόμη ένα βήμα».
Και το κάνεις.
Στέλνεις το μήνυμα.
Κάνεις την πρόταση.
Ανοίγεις τη συνάντηση.
Γράφεις τη σελίδα.
Δημιουργείς το επόμενο.
Όχι επειδή γνωρίζεις το αποτέλεσμα.
Επειδή κάτι μέσα σου παραμένει ζωντανό όταν κινείσαι προς τα εκεί.
Η εμπιστοσύνη δεν είναι παθητικότητα.
Δεν είναι να κάθεσαι σε έναν καναπέ και να περιμένεις από τη ζωή να καταλάβει μόνη της τι θέλεις, να το οργανώσει, να το χρηματοδοτήσει και να σου το παραδώσει με δωρεάν μεταφορικά.
Κάνεις τη δουλειά.
Βλέπεις τι χρειάζεται.
Διορθώνεις.
Ρωτάς.
Μαθαίνεις.
Απλώς δεν απαιτείς από κάθε πράγμα να δώσει αμέσως καρπούς για να αποδείξει ότι άξιζε να το ξεκινήσεις.
Η εμπιστοσύνη έχει κάτι πολύ πρακτικό.
Στέλνει το email και μετά πηγαίνει να φάει.
Κάνει την κίνηση και μετά κοιμάται.
Προετοιμάζεται, αλλά δεν προβάρει για πάντα όλες τις πιθανές καταστροφές.
Αφήνει λίγο χώρο και στη ζωή να συμμετάσχει.
Ίσως αυτό να είναι το soft living για μένα αυτή την περίοδο.
Όχι μια ζωή χωρίς προσπάθεια.
Ούτε μια ζωή στην οποία όλα έρχονται μαλακά.
Αλλά ένας πιο μαλακός τρόπος να βρίσκομαι μέσα σε όσα δεν μπορώ να ελέγξω.
Να μη σφίγγω διαρκώς τα χέρια γύρω από το μέλλον.
Να μην απαιτώ από τη σημερινή ημέρα να μου αποδείξει πώς θα είναι ολόκληρη η χρονιά.
Να κάνω ό,τι μου αναλογεί και να αφήνω λίγο χώρο ανάμεσα στις κινήσεις.
Να αναγνωρίζω τις μικρές επιβεβαιώσεις χωρίς να εξαρτώμαι από αυτές.
Να χαίρομαι όταν έρχονται.
Να συνεχίζω όταν αργούν.
Αυτές τις ημέρες δεν έχω μια μεγάλη απόδειξη.
Δεν μπορώ να δείξω ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα και να πω:
«Να, γι’ αυτό ήξερα».
Έχω μικρά πράγματα.
Ένα μήνυμα.
Έναν άνθρωπο.
Μια συνάντηση.
Ένα ναι.
Μια ιδέα που επιστρέφει λίγο πιο καθαρή.
Και πάνω απ’ όλα, έχω αυτή την ησυχία.
Όχι την ησυχία του ανθρώπου που γνωρίζει τι θα συμβεί.
Την ησυχία του ανθρώπου που σταμάτησε για λίγο να ανακρίνει το μέλλον.
Δεν ξέρω αν όλα θα γίνουν όπως τα φαντάστηκα.
Πιθανότατα όχι.
Δεν γίνονται ποτέ ακριβώς έτσι.
Ξέρω, όμως, ότι κάτι ήδη γίνεται.
Κάποια πράγματα συναντιούνται.
Κάτι αρχίζει να παίρνει μορφή.
Κι εγώ δεν στέκομαι πια απέναντί του ζητώντας εγγυήσεις.
Προχωρώ μαζί του.
Χωρίς να γνωρίζω ολόκληρο τον δρόμο.
Χωρίς βεβαιότητα.
Με λίγες μικρές επιβεβαιώσεις.
Και με μια ησυχία που, για την ώρα, μου αρκεί.
Χρύσα Δουρίδα

