Το «αργότερα» μπορεί να είναι επιθυμία, μπορεί να είναι ανάγκη ή συμβιβασμός. Μέχρι που έρχεται η στιγμή να αναρωτηθείς πόσο αργότερα μπορείς ακόμη να περιμένεις
Ηεπικαιρότητα θα πρόσταζε να γράψω για την παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση του μπαζώματος στα Τέμπη. Για την αναζήτηση ευθυνών και τις απαντήσεις που εξακολουθούν να οφείλονται στις οικογένειες των θυμάτων και στην κοινωνία. Αυτό θα ήταν σήμερα το θέμα μου.
Θα μπορούσα ακόμα να γράψω για τις νέες υποσχέσεις στήριξης των νοικοκυριών ενόψει του χειμώνα. Για το πόσο θα κοστίσει να ζεστάνουμε τα σπίτια μας και πόση ανακούφιση θα φτάσει τελικά σε εκείνους που τη χρειάζονται. Για τις δημοσκοπήσεις, τους συσχετισμούς, τη μάχη της δεύτερης θέσης και την ευκολία με την οποία τα κόμματα βρίσκουν έναν λόγο να αισιοδοξούν μέσα στους ίδιους αριθμούς που αποτυπώνουν τη δυσπιστία απέναντί τους. Σήμερα, όμως, επιλέγω να γράψω κάτι πιο «προσωπικό».
Βάζω τη λέξη σε εισαγωγικά γιατί, όσο προσπαθώ να αφηγηθώ αυτήν την εμπειρία, τόσο συναντώ μέσα της αποφάσεις που έχουν ληφθεί πολύ μακριά από εμένα. Πολιτικές αποφάσεις για το τι στηρίζεται, τι καλύπτεται και τι αφήνεται στην οικονομική αντοχή του καθενός. Μέχρι πρόσφατα, όταν άκουγα τις ομιλίες για το δημογραφικό, σκεφτόμουν τις γεννήσεις που λιγοστεύουν. Τώρα σκέφτομαι και τη γυναίκα που βγαίνει από ένα ιατρείο και προσπαθεί να υπολογίσει αν μπορεί να πληρώσει την επόμενη προσπάθεια.
Όλοι ξέρουμε πια ότι είμαστε μια χώρα που γερνάει. Το ακούμε στις ομιλίες, το διαβάζουμε στις έρευνες, το βλέπουμε γύρω μας. Κι όμως, αυτή η κοινή παραδοχή δύσκολα γίνεται κοινή ευθύνη. Το 2010 στην Ελλάδα γεννήθηκαν 114.766 παιδιά. Το 2024, 68.467. Μείωση 40,3%, με τους θανάτους την ίδια χρονιά να φτάνουν τους 126.916. Σχεδόν δύο θάνατοι για κάθε γέννηση. Κοινωνικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι εξηγούν τις συνέπειες. Οι πολιτικοί μιλούν για εθνική προτεραιότητα. Μόνο που πίσω από κάθε παιδί που δεν γεννιέται, δεν υπάρχει η ίδια ιστορία. Και καμία δεν εξηγείται απλώς με την υποτιθέμενη απροθυμία των νέων να κάνουν οικογένεια.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν παιδιά και δεν οφείλουν να απολογηθούν. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν, αλλά περιμένουν να μπορέσουν. Να βρουν ένα σπίτι που να μπορούν να πληρώνουν, να σταθεροποιηθεί η δουλειά τους, να πάψουν να υπολογίζουν αν ο μισθός φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα. Υπάρχουν σχέσεις που δεν προχώρησαν, συναντήσεις που άργησαν… ζωές που πήγαν αλλιώς. Το «αργότερα» μπορεί να είναι επιθυμία, μπορεί να είναι ανάγκη ή συμβιβασμός. Μέχρι που έρχεται η στιγμή να αναρωτηθείς πόσο αργότερα μπορείς ακόμη να περιμένεις.
Στη δική μου περίπτωση, αυτή η ερώτηση απέκτησε και ένα όνομα: ΑΜΗ. Μια ορμόνη που μέχρι τότε δεν γνώριζα και χρησιμοποιείται ως δείκτης του ωοθηκικού αποθέματος. Η χαμηλή τιμή της και η ηλικία μου με έφεραν μπροστά στην απόφαση της κατάψυξης ωαρίων. Ένας δείκτης δεν προδικάζει αν θα γίνεις μητέρα. Αρκεί, όμως, η συζήτηση γύρω από αυτόν για να αντιληφθείς ότι μια επιλογή που θεωρούσες διαθέσιμη στο μέλλον χρειάζεται να τη φροντίσεις τώρα.
Εκεί σκέφτηκα τη γυναίκα που θα είμαι σε λίγα χρόνια. Θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να την αντιμετωπίσω και να της απολογηθώ για όσα σήμερα αποφασίζω, αναβάλλω ή δεν τολμώ. Εκείνη θα ζει με τις συνέπειες. Θα έχω λόγια για τα «όχι» που είπα και της έκαναν τη ζωή δυσκολότερη. Για τα ταξίδια που δεν έκανα, επειδή πίστευα πως θα υπάρχει πάντα καιρός. Για όσα αγάπησα, ξεκίνησα και άφησα στη μέση, όταν μου τελείωσε η δύναμη. Για τον χρόνο που ξόδεψα και για εκείνον που δεν επένδυσα σε όσα και όσους είχαν σημασία για μένα. Θα της πω «φοβήθηκα», «κουράστηκα», «έκανα όσα μπορούσα». Δεν ξέρω αν θα με συγχωρήσει για όλα. Ελπίζω, όμως, να μπορέσει να με καταλάβει. Εκείνο που με τρόμαξε ήταν η σκέψη ότι μπορεί κάποτε να μου πει: «Τώρα θέλω». Κι εγώ να μην μπορώ πια να κάνω τίποτα για εκείνη. Πώς θα της εξηγήσω ότι δεν προσπάθησα να της κρατήσω ανοιχτή την επιλογή να γίνει μητέρα; Ότι άφησα το «δεν ξέρω» να γίνει «δεν μπορώ πια», χωρίς να κάνω ό,τι μπορούσα;
Αυτό ήταν που με δυσκόλεψε περισσότερο: ότι έπρεπε σήμερα να φροντίσω μια επιθυμία που μπορεί να αισθανθώ αύριο. Χωρίς να ξέρω αν θα υπάρξουν οι απαραίτητες συνθήκες. Χωρίς να μπορώ να της υποσχεθώ ότι η προσπάθεια θα πετύχει. Ήθελα, όμως, όταν συναντήσω εκείνη τη γυναίκα, να μπορώ να της πω ότι την είχα σκεφτεί.
Για να κρατήσεις, όμως, αυτήν την επιλογή ανοιχτή, χρειάζεται να περάσεις μια θεραπεία. Να υποβληθείς σε ορμονική αγωγή, με στόχο να ωριμάσουν περισσότερα ωάρια. Η αγωγή μπορεί να επηρεάσει και τη διάθεσή σου, να κάνει τα συναισθήματα εντονότερα. Δεν το βιώνουμε όλες με τον ίδιο τρόπο.
Στη δική μου εμπειρία, υπάρχει συγκίνηση, νεύρα που πρέπει να διαχειριστώ, εσωστρέφεια. Υπάρχει η αγωνία για το αποτέλεσμα, αλλά και για το αν τα κάνω όλα σωστά: τις ενέσεις, την αγωγή, τις ώρες, τις οδηγίες. Και υπάρχει και ο σωματικός πόνος. Οι ενέσεις πονάνε. Μπορεί στην περιγραφή μιας θεραπείας να είναι απλώς ακόμα ένα βήμα· όταν όμως τις κάνεις, ο πόνος είναι δικός σου. Και στις περισσότερες περιπτώσεις, υπάρχει και η μοναξιά. Η διαδικασία από μόνης της άλλωστε υπονοεί τη μοναξιά με έναν τρόπο. Πρέπει να διαχειρίζομαι τον φόβο και τον πόνο μου και, την ίδια στιγμή, να έχω τη συγκέντρωση και τη συνέπεια που απαιτεί η διαδικασία, η δουλειά μου, οι υποχρεώσεις μου.
Το να κρατήσω ανοιχτή αυτήν την επιλογή ήταν δική μου ανάγκη. Δεν το θεωρώ υποχρέωση καμίας γυναίκας. Καμία δεν χρωστά να υποβληθεί σε μια θεραπεία, να εξαντλήσει το σώμα της ή τις οικονομίες της για να αποδείξει πόσο θέλει ένα παιδί. Το να σταματήσεις δεν σημαίνει ότι δεν το θέλησες αρκετά.
Και όσο πιστά κι αν ακολουθείς την αγωγή, όσο κι αν οργανώνεις τη ζωή σου γύρω από τις εξετάσεις και τους υπερήχους, χρειάζεται να αντέχεις και κάτι ακόμα: η συνέπειά σου δεν εξασφαλίζει το αποτέλεσμα.
Καμία γυναίκα δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσα ώριμα ωάρια θα δώσει κάθε κύκλος, ούτε πόσες επαναλήψεις θα χρειαστούν για τον δικό της στόχο. Μαζί με την ιατρική εκτίμηση, υπάρχει ένα δεύτερο, απολύτως πραγματικό όριο: πόσες φορές αντέχει να το περάσει ψυχικά, σωματικά και οικονομικά. Το κόστος ενός κύκλου κατάψυξης είναι στα 2.500–4.500 ευρώ, ανάλογα με το κέντρο και την αγωγή. Οι προσφορές, όμως, δεν περιλαμβάνουν πάντα τις ίδιες υπηρεσίες: υπάρχουν τιμοκατάλογοι με χρέωση 2.500 ευρώ που εξαιρούν φάρμακα και αιματολογικές εξετάσεις. Με ενδεικτικό κόστος 2.500–4.500 ευρώ ανά κύκλο, δύο κύκλοι σημαίνουν 5.000–9.000 ευρώ και τρεις 7.500–13.500 ευρώ, συν όσα δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνημένη τιμή. Υπάρχει επίσης η χρέωση της φύλαξης μετά το διάστημα που καλύπτει το πακέτο και, αν χρησιμοποιηθούν τα ωάρια, το κόστος της γονιμοποίησης και της εμβρυομεταφοράς. Η δυνατότητα να συνεχίσεις αποκτά έτσι έναν πολύ συγκεκριμένο οικονομικό όρο.
Όσο το συνειδητοποιούσα αυτό, σκεφτόμουν τις γυναίκες που βρίσκονται ήδη στην προσπάθεια να αποκτήσουν παιδί. Εκείνες που κάνουν εξωσωματική και προσπαθούν ξανά και ξανά και ξανά. Που χρειάζεται να διαχειριστούν ένα αρνητικό αποτέλεσμα και κατόπιν να αποφασίσουν αν έχουν τη δύναμη και τα χρήματα να ξεκινήσουν από την αρχή. Μπορώ να αναγνωρίσω ένα μέρος της διαδρομής τους μέσα από τη δική μου εμπειρία. Δεν θα ισχυριστώ ότι γνωρίζω ολόκληρο το βάρος της.
Για μια γυναίκα που ξαναπροσπαθεί, η επόμενη φορά κουβαλά και την προηγούμενη. Χρειάζεται να ξαναβρεί εμπιστοσύνη στο ενδεχόμενο ενός διαφορετικού αποτελέσματος, να οργανώσει πάλι τη δουλειά και τη ζωή της γύρω από τη θεραπεία, να δεχτεί ξανά την αναμονή. Και μέσα σε όλα αυτά να κάνει λογαριασμούς. Να αποφασίσει αν θα χρησιμοποιήσει τις οικονομίες της, αν θα ζητήσει βοήθεια, τι άλλο θα αφήσει πίσω για να μπορέσει να συνεχίσει. Μια τόσο προσωπική απόφαση στενεύει μέχρι να χωρέσει σε έναν προϋπολογισμό.
Η εξωσωματική έχει βοηθήσει χιλιάδες ανθρώπους. Η Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής κατέγραψε για το 2022 συνολικά 7.216 γεννήσεις παιδιών από υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, μαζί με τις σπερματεγχύσεις. Πίσω από το αποτέλεσμα, όμως, δεν φαίνονται οι διαδρομές: πόσες προσπάθειες προηγήθηκαν, πόσες γυναίκες συνεχίζουν, πόσες σταμάτησαν χωρίς να αποκτήσουν παιδί. Και πόσες θα ήθελαν να ξαναπροσπαθήσουν, αλλά δεν μπορούν να πληρώσουν ακόμα έναν κύκλο.
Σε δύο δημοσιευμένους ελληνικούς τιμοκαταλόγους, η εξωσωματική με ίδια ωάρια κοστίζει 3.000–3.600 ευρώ, χωρίς φάρμακα και αιματολογικές εξετάσεις. Αν χρειαστούν τρεις πλήρεις κύκλοι με αυτές τις χρεώσεις, μιλάμε για 9.000–10.800 ευρώ πριν από πρόσθετα έξοδα και τυχόν αποζημιώσεις. Η επανάληψη, ωστόσο, μπορεί να αυξάνει διαρκώς τον λογαριασμό, χωρίς να προσφέρει βεβαιότητα. Πόσες γυναίκες σταματούν επειδή εξαντλήθηκαν οικονομικά πριν εξαντληθούν οι ιατρικές δυνατότητες;
Κρατική κάλυψη υπάρχει, αλλά είναι μερική. Ο ΕΟΠΥΥ χορηγεί δωρεάν τα εγκεκριμένα φάρμακα εξωσωματικής και προβλέπει αποζημίωση 352,16 ευρώ για την ολοκληρωμένη πράξη σε μη συμβεβλημένο ιδιωτικό κέντρο, με προέγκριση και υπό τους όρους του κανονισμού. Για την κατάψυξη ωαρίων για κοινωνικούς λόγους, ο κανονισμός προβλέπει δυνατότητα κάλυψης «εφόσον κοστολογηθεί», χωρίς να έχω εντοπίσει ενεργή αποζημίωση συγκεκριμένου ποσού. Για μια γυναίκα που πρέπει να αποφασίσει τώρα, αυτή η υπό όρους πρόβλεψη δεν πληρώνει τη θεραπεία.
Το κράτος, πάντως, γνωρίζει πώς να ενθαρρύνει μια επιλογή όταν θέλει να την κάνει ευκολότερη. Για την αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου, ας πούμε, προβλέπει βασική επιδότηση 3.000 ευρώ. Για επιλέξιμη νησιωτική επιχείρηση, μαζί με απόσυρση και φορτιστή, η συνολική ενίσχυση μπορεί να φτάσει τα 5.900 ευρώ. Ένας συλλογικός στόχος μεταφράζεται σε συγκεκριμένη οικονομική στήριξη. Αυτή τη συνέπεια αναζητώ και στο δημογραφικό: να αναγνωρίζεται έμπρακτα πόσο κοστίζει η προσπάθεια για ένα παιδί και να μην μένει η δυνατότητα συνέχισής της αποκλειστικά στην οικονομική αντοχή της γυναίκας ή του ζευγαριού.
Και για όσους τα καταφέρουν, η αγωνία για το αν μπορούν να ανταπεξέλθουν δεν τελειώνει με τη γέννηση. Επιστρέφει το ερώτημα που ίσως τους έκανε εξαρχής να αναβάλουν: πώς θα μεγαλώσουν αυτό το παιδί; Το 2024, σύμφωνα με τη Eurostat, η στέγαση απορροφούσε στην Ελλάδα το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 19% στην ΕΕ. Το σπίτι που χρειάζεται μια οικογένεια διεκδικεί ήδη ένα τόσο μεγάλο μέρος των χρημάτων της, πριν προστεθούν το βρεφικό γάλα, οι πάνες, οι υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες. Όταν ένα ζευγάρι τα υπολογίζει αυτά, δεν είναι μίζερο. Προσπαθεί να φερθεί υπεύθυνα απέναντι στο παιδί που θέλει να φέρει στον κόσμο.
Η φροντίδα του παιδιού παραμένει άλλο ένα κομμάτι του ίδιου υπολογισμού. Το 2024 μόλις το 28,8% των παιδιών κάτω των τριών ετών στην Ελλάδα συμμετείχε σε οργανωμένη προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα. Το ζητούμενο για κάθε οικογένεια είναι συγκεκριμένο: μια διαθέσιμη θέση, κοντά στο σπίτι, με ωράριο συμβατό με τη δουλειά των γονιών. Δεν μπορούν να χτίσουν τη ζωή τους πάνω στην υπόθεση ότι θα υπάρχει πάντα κάποιος συγγενής διαθέσιμος — μια γιαγιά, ένας παππούς, μια θεία — ή ότι η μητέρα (αφού συνήθως αυτή το κάνει) θα περιορίσει την εργασία της.
Γι’ αυτό ακούω πια ως υποκρισία την «ενθάρρυνση των γεννήσεων» όταν αποσυνδέεται από όλα αυτά. Όταν οι νέοι καλούνται να περιμένουν ώσπου να μπορούν οικονομικά και οι γυναίκες να λογοδοτήσουν επειδή περίμεναν βιολογικά. Όταν η αγωνία γίνεται ατομική ευθύνη, η θεραπεία προσωπικός λογαριασμός και η φροντίδα οικογενειακή διευθέτηση. Μια πολιτική που θέλει περισσότερα παιδιά οφείλει να στηρίζει τους ανθρώπους σε όλη αυτή τη διαδρομή.
Όταν σκέφτομαι τώρα εκείνη τη μελλοντική γυναίκα, θέλω ακόμη να μπορώ να της πω ότι την είχα φροντίσει. Ξέρω, όμως, πως όσα θα μπορέσω να κάνω για εκείνη εξαρτώνται και από πράγματα που δεν ελέγχω μόνη μου. Γι’ αυτό σκέφτομαι τη γυναίκα που κάθεται απέναντι από τον ίδιο γιατρό, ακούει τις ίδιες επιλογές και ξέρει ότι δεν της φτάνουν τα χρήματα. Έχει κι εκείνη έναν μελλοντικό εαυτό που θέλει να φροντίσει. Όταν της λέμε ότι η απόφαση είναι δική της, ας αναρωτηθούμε πόση ελευθερία της έχουμε πραγματικά αφήσει.

από την Μάγκυ Δούση
ΠΗΓΗ: m.popaganda.gr

