Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2026
  • Home  
  • Soft Living Notes – Κοίτα μη δεν περάσουμε τέλεια!

Soft Living Notes – Κοίτα μη δεν περάσουμε τέλεια!

«Μέχρι τις 9 θα έχουμε ξεκινήσει το πρωί, μετά δεν θα υπάρχει ξαπλώστρα ούτε για δείγμα. Στις δύο έχουμε κλείσει στο ταβερνάκι — αυτό με τις καταπληκτικές κριτικές, όχι το άλλο που έλεγες, άλλη φορά αυτό— και κατά τις έξι πρέπει να ξεκινήσουμε για την απέναντι πλευρά του νησιού, γιατί στις οκτώ και δεκατρία δύει ο ήλιος».

Η φωνή μου κουδούνισε στ’ αυτιά μου….

Μόνο ένα PowerPoint έλειπε.

Διακοπές είχαμε έρθει να κάνουμε ή σχεδιάζαμε στρατιωτική επιχείρηση κατάληψης μικρής νησιωτικής χώρας;

Κάποτε, λέει, οι άνθρωποι πήγαιναν διακοπές για να ξεκουραστούν. Έπαιρναν δυο αλλαξιές ρούχα, μια ψάθα, ένα τάπερ κεφτεδάκια για τον δρόμο και ξεκινούσαν. Δεν είχαν εφαρμογή να τους δείχνει τις δέκα καλύτερες παραλίες, τις επτά κρυμμένες παραλίες, τις πέντε παραλίες που γνωρίζουν μόνο οι ντόπιοι και τη μία παραλία που «δεν πρέπει να χάσεις με τίποτα».

Αν την έχανες, την έχανες.

Υπήρχε και του χρόνου.

Σήμερα, όμως, δεν πηγαίνουμε απλώς διακοπές. Αναλαμβάνουμε ένα απαιτητικό καλοκαιρινό project, με συγκεκριμένο προϋπολογισμό, αυστηρό χρονοδιάγραμμα και έναν πολύ σημαντικό δείκτη απόδοσης:

Πρέπει να περάσουμε τέλεια. Απαξάπαντος!

Όχι καλά. Το «καλά» ακούγεται σχεδόν αποτυχημένο.

«Πώς περάσατε;»

«Καλά».

Αυτό το «καλά» πέφτει στο τραπέζι σαν χυλόπιτα.

Καλά; Μόνο καλά; Τόσα χρήματα δώσατε. Τόσα χιλιόμετρα κάνατε. Τρεις ώρες περιμένατε στο λιμάνι και άλλες δύο για να μπείτε στο καράβι. Δεν μπορεί να περάσατε απλώς καλά.

Πρέπει να περάσατε υπέροχα.

Μαγικά.

Αξέχαστα.

Να ήταν οι καλύτερες διακοπές της ζωής σας — μέχρι τις επόμενες, φυσικά, που θα πρέπει να είναι ακόμη καλύτερες.

Κι έτσι, πριν ακόμη φύγουμε, αρχίζουμε την έρευνα.

Πού πρέπει να πάμε. Τι πρέπει να δούμε. Σε ποια παραλία πρέπει να κολυμπήσουμε. Πού πρέπει να φάμε. Πού φτιάχνουν το καλύτερο κοκτέιλ. Από ποιο σημείο φαίνεται ωραιότερα το ηλιοβασίλεμα. Ποια σοκάκια είναι πιο γραφικά. Σε ποια σκάλα πρέπει να καθίσουμε ακριβώς την ώρα που πέφτει το φως, ώστε να φαίνεται ότι βρεθήκαμε εκεί κατά τύχη, ανάλαφρες και ανέμελες, ενώ πίσω από τη φωτογραφία έχουν προηγηθεί δεκαεπτά λήψεις, δύο αλλαγές θέσης και μία μικρή οικογενειακή κρίση.

«Μη με βγάζεις από κάτω!»

«Σου είπα να μη φαίνεται η σακούλα!»

«Περίμενε να περάσει ο κύριος!»

«Ακόμα; Λουμπάγκο θα πάθω αν μείνω κι άλλο σ’ αυτή τη στάση.»

«Βγάλε άλλη μία, αυτή δεν είναι φυσική».

Ενώ, φυσικά, όλη η διαδικασία είναι η επιτομή της φυσικότητας!

Κάπου ανάμεσα στις λίστες με τα “must”, στις κρατήσεις, στα δρομολόγια και στις φωτογραφίες που πρέπει να αποδείξουν ότι όντως περάσαμε υπέροχα, οι διακοπές αποκτούν πρόγραμμα αυστηρότερο κι από την καθημερινότητά μας.

Ξυπνάμε με ξυπνητήρι για να προλάβουμε τη σωστή παραλία.

Τρώμε βιαστικά για να μη χάσουμε το ηλιοβασίλεμα.

Βιαζόμαστε να χαλαρώσουμε.

Αγχωνόμαστε να απολαύσουμε.

Και το χειρότερο; Παρακολουθούμε διαρκώς τον εαυτό μας για να βεβαιωθούμε ότι αισθάνεται όλα όσα υποτίθεται πως πρέπει να αισθάνεται.

Είμαι αρκετά χαρούμενη;

Χαλαρώνω;

Το απολαμβάνω όσο θα έπρεπε;

Γιατί δεν νιώθω ακόμα ανανεωμένη;

Πλήρωσα και δωμάτιο με θέα. Θα έπρεπε τουλάχιστον να έχω ήδη βρει το νόημα της ζωής.

Αμ δε!

Η θέα, βέβαια, μπορεί όντως να είναι συγκλονιστική αλλά ποιος την κοιτάει τώρα και αυτή, έχουμε και μια κοινωνική ζωή να αναδείξουμε… στα σόσιαλ.

Η θάλασσα μπορεί να μας περιμένει μ’ ανοιχτές αγκάλες αλλά στην παραλία θα φανεί το μαγιό που κόστισε μια περιουσία μαζί με την ασορτί πετσέτα, τσαντάκι, παντόφλα, κοκαλάκι για το μαλλί κομμωτηρίου…

Ο ήλιος μπορεί να δύει θεαματικά κι εμείς να τσακωνόμαστε που πέσανε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στην άμμο.

Διότι υπάρχει κάτι που συχνά ξεχνάμε να υπολογίσουμε όταν ετοιμάζουμε βαλίτσα:

Όπου κι αν πάμε, παίρνουμε μαζί και τον εαυτό μας.

Ενοχλητικό, το ξέρω.

Θα ήταν πολύ βολικό να τον αφήναμε για λίγο στο σπίτι, μαζί με τους απλήρωτους λογαριασμούς και τα απότιστα φυτά. Να έσκαγε μύτη λέει στο νησί ο διακοπεαυτός μας ολοκαίνουργιος ξέγνοιαστος, χωρίς εκκρεμότητες, χωρίς άγχη, χωρίς εκείνη τη συζήτηση που αποφεύγουμε εδώ και τρεις μήνες αλλά απ’ το μυαλό δε φεύγει.

Μόνο που ο κανονικός εαυτός μας μπαίνει κανονικά στο πλοίο. Και μάλιστα χωρίς να πληρώσει έξτρα εισιτήριο.

Μαζί του ταξιδεύουν η κούραση όλης της χρονιάς, οι σκέψεις που δεν προλάβαμε να τακτοποιήσουμε, οι μικρές/μεγάλες εντάσεις των σχέσεών μας και όλα όσα κρατούσαμε on hold επειδή «τώρα δεν έχουμε χρόνο».

Και πολλές φορές, μόλις επιβραδύνουμε, όλα αυτά εμφανίζονται.

Τις πρώτες μέρες μπορεί να είμαστε πιο κουρασμένοι αντί για πιο ξεκούραστοι. Πιο ευερέθιστοι αντί για πιο γαλήνιοι. Να θέλουμε να κοιμηθούμε δώδεκα ώρες. Να μη θέλουμε να κάνουμε απολύτως τίποτα. Να κοιτάζουμε τη θάλασσα και, αντί για βαθιές συνειδητοποιήσεις, να σκεφτόμαστε αν κλείσαμε τελικά τον θερμοσίφωνα.

Δεν αποτύχαμε στις διακοπές.

Απλώς ο άνθρωπος δεν διαθέτει διακόπτη λειτουργίας «summer mode».

Χρειάζεται χρόνο για να κατεβάσει ταχύτητα. Κι όταν επιτέλους τη κατεβάσει, μπορεί να ανακαλύψει ότι κάτω από όλη εκείνη την ένταση υπήρχε κούραση. Ή θυμός. Ή μια ανάγκη να μείνει μόνος. Ή απλώς μια τεράστια επιθυμία να ξαπλώσει στη σκιά και να μην του μιλήσει κανείς μέχρι νεωτέρας.

Ούτε ο έρωτας, η οικογένεια και η παρέα μεταμορφώνονται αυτομάτως επειδή βρέθηκαν κάτω από μια ψάθινη ομπρέλα.

Οι άνθρωποι που μας εκνεύριζαν στην Αθήνα έχουν την εξαιρετική ικανότητα να μας εκνευρίζουν και στην Πάρο.

Απλώς στην Πάρο το κάνουν μαυρισμένοι.

Και τότε έρχεται η δεύτερη πίεση. Όχι μόνο πρέπει να περάσουμε τέλεια, αλλά πρέπει να περάσουμε τέλεια όλοι μαζί, ταυτόχρονα και με τον ίδιο τρόπο.

Ο ένας θέλει να ξυπνήσει από τα χαράματα για πεζοπορία. Ο άλλος θεωρεί βαρβαρότητα οτιδήποτε συμβαίνει πριν από τις έντεκα. Κάποιος θέλει να γυρίσει όλες τις παραλίες. Κάποιος θέλει να πάει στην ίδια κάθε μέρα. Κάποιος επιθυμεί πολιτισμό, μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους με σαράντα βαθμούς υπό σκιά. Κι ένας άλλος έχει έρθει με έναν και μοναδικό πνευματικό στόχο: να γίνει ένα με την ξαπλώστρα.

Και πρέπει όλοι αυτοί να δημιουργήσουν μαζί αξέχαστες αναμνήσεις.

Καλή τύχη.

Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι θέλουμε να περάσουμε όμορφα. Προφανώς και το θέλουμε. Περιμένουμε τις διακοπές, τις έχουμε ανάγκη, πληρώνουμε γι’ αυτές, οργανώνουμε τη ζωή μας γύρω τους.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιθυμία γίνεται απαίτηση και η προσδοκία προσκόλληση.

Όταν μια βροχερή μέρα θεωρείται καταστροφή.

Όταν ένα μέτριο γεύμα μοιάζει με προσωπική προσβολή.

Όταν η βαρεμάρα μάς πανικοβάλλει και πρέπει αμέσως να βρούμε αντίδοτο.

Όταν ένα απόγευμα που «δεν κάναμε τίποτα» καταγράφεται ως χαμένο, λες και οι διακοπές είναι διαγωνισμός παραγωγικότητας φορώντας μαγιό.

Δεν χρειάζεται κάθε ώρα να αξιοποιηθεί.

Δεν χρειάζεται κάθε μέρος να φωτογραφηθεί.

Δεν χρειάζεται κάθε ηλιοβασίλεμα να μας συγκλονίσει.

Μερικές φορές ο ήλιος θα δύει θεαματικά κι εμείς θα ψάχνουμε αντικουνουπικό.

Αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη δύση του ήλιου. Ούτε από εμάς.

Δεν χρειάζεται κάθε στιγμή να γίνει ανάμνηση. Κάποιες στιγμές μπορούν απλώς να περάσουν.

Κι εμείς να είμαστε μέσα τους.

Να κοιμηθούμε μέχρι αργά και να μη νιώσουμε ότι χάσαμε τη μέρα.

Να φάμε κάτι εντελώς αδιάφορο και να μη γράψουμε κριτική.

Να πάμε στη διπλανή παραλία αντί για εκείνη που χρειάζεται σαράντα λεπτά χωματόδρομο, πεζοπορία επιπέδου Νάσιοναλ Τζεογκράφικ και κατάβαση με σχοινί — αλλά «πραγματικά αξίζει».

Να καθίσουμε στο μπαλκόνι με βρεγμένα μαλλιά, χωρίς να κάνουμε τίποτα αξιομνημόνευτο.

Να βαρεθούμε λιγάκι.

Η βαρεμάρα, άλλωστε, υπήρξε κάποτε αναπόσπαστο μέρος των διακοπών. Θυμάμαι ατελείωτα μεσημέρια όπου δεν συνέβαινε τίποτα. Οι μεγάλοι κοιμούνταν, η ζέστη κολλούσε πάνω στους τοίχους κι εμείς περιμέναμε να περάσει η ώρα για να πάρουμε τους δρόμους.

Δεν μας είχε ακόμη ενημερώσει κανείς ότι κάθε λεπτό της ζωής μας όφειλε να είναι ενδιαφέρον.

Κι όμως, από εκείνα τα φαινομενικά άδεια μεσημέρια έχουν μείνει μερικές από τις πιο ζωντανές εικόνες.

Μια φέτα καρπούζι που τρως άτσαλα και τρέχουν τα ζουμιά στο σαγόνι.

Ο ήχος από το κουτάλι με το υποβρύχιο μέσα σε ποτήρι με το παγωμένο νερό.

Η μυρωδιά του αντηλιακού. Καρύδα και πάλι καρύδα.

Ένα σεντόνι που φούσκωνε στο ανοιχτό παράθυρο.

Κανείς δεν τα είχε σχεδιάσει. Κανείς δεν σκέφτηκε να τα «δημιουργήσει».

Απλώς συνέβησαν.

Και οι ατελείωτες ώρες που περνάγαμε διαβάζοντας Μικρό Σερίφη, Μικρό Καουμπόι και Μικρό Αρχηγό με το Λευτέρη και το Σπύρο, ξαπλωμένοι στα ντιβάνια αντικρυστά – εγώ με τη Μαριλού από τη μία, τα αγόρια απέναντι. Είχαν μια αποθήκη γεμάτη με χιλιοδιαβασμένα τεύχη! Αχ αυτόν τον Τζιμ Άνταμς με το άλογό του τον Κεραυνό πολύ τον είχα ερωτευτεί εγώ, και το τι πλάκα έσπαγα με τον Πεπίτο Γκονζάλεζ και τον γάιδαρό του τον Πελεγκρίνο, δε λέγεται…

Ίσως, λοιπόν, δεν χρειάζεται να περάσουμε τέλεια.

Ίσως αρκεί να περάσουμε αληθινά.

Να γελάσουμε πολύ μια μέρα και την επόμενη να μη μιλιόμαστε μέχρι να πιούμε καφέ. Να κολυμπήσουμε σε νερά που μοιάζουν βγαλμένα από διαφήμιση και μετά να πιάσουν τα μελτέμια του Αυγούστου.

Να χάσουμε μια κράτηση. Να πάρουμε λάθος δρόμο. Να καούμε στον ώμο επειδή, ως γνωστόν, βάζουμε αντηλιακό παντού εκτός από το ένα σημείο που θα δει ο ήλιος.

Να περάσουμε όμορφα.

Να περάσουμε μέτρια.

Να περάσουμε παράξενα.

Να περάσουμε όπως περάσουμε.

Γιατί οι διακοπές δεν είναι μια εξιδανικευμένη παρένθεση έξω από την πραγματική ζωή.

Είναι κι αυτές ζωή.

Με τα απρόοπτά της, τα νεύρα της, τα γέλια της, τα κουνούπια της, τις σιωπές της και εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν έμοιαζαν καθόλου σημαντικές όταν συνέβαιναν — αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο είναι αυτές που θυμόμαστε χρόνια μετά.

Οπότε φέτος λέω να αφήσουμε λίγο χώρο και για όσα δεν προγραμματίσαμε.

Να μη δούμε όλα τα αξιοθέατα.

Να μην προλάβουμε όλες τις παραλίες.

Να χάσουμε, αν χρειαστεί, κι ένα ηλιοβασίλεμα.

Ο ήλιος, απ’ όσο γνωρίζω, σκοπεύει να ξαναδύσει και αύριο.

Κι όταν επιστρέψουμε και μας ρωτήσουν:

«Περάσατε τέλεια;»

Να μην αισθανθούμε υποχρεωμένοι να παραδώσουμε απολογισμό επιτυχίας.

«Περάσαμε», μπορούμε απλώς να πούμε.

Με γέλια, γκρίνια, ύπνο, αλάτι, αντηλιακό και λίγη άμμο μέσα στη βαλίτσα.

Περάσαμε όπως είμαστε.

Και, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αυτό να ήταν τελικά το πιο όμορφο μέρος των διακοπών.

Ότι για λίγες ημέρες δεν χρειάστηκε να είμαστε τέλειοι.

Ούτε κι εκείνες.

Χρύσα Δουρίδα

Σήμερα γιορτάζει:

Φώτιος, Φώτης, Φωτεινός, Φώτις [...]

Email : info@acharnestimes.gr