Άνοιξα τις προάλλες εκείνο το ψηλό ντουλάπι της κουζίνας. Ξέρεις ποιο λέω. Εκείνο που χρειάζεσαι καρέκλα για να το φτάσεις -ειδικά αν είσαι ακριβό άρωμα σε μικρό μπουκαλάκι, σαν και του λόγου μου- και θάρρος κατακτητή για να το εξερευνήσεις, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προσγειωθεί στο κεφάλι σου.
Έψαχνα κάτι που ήξερα ότι είχα. Ο πάλαι ποτέ εαυτός μου δηλαδή το ήξερε, εκείνος που μαγείρευε, μη σου πω θα ήτανε την εποχή του γάμου, τότε που το να είσαι καλή νοικοκυρά έμοιαζε σημαντικό.
Τέλος πάντων, δεν το βρήκα, αλλά εκεί, πίσω πίσω, βρήκα τα «καλά» ποτήρια.
Ήταν ακριβώς όπως τα είχα αφήσει. Λεπτά, διάφανα, με χρυσό περίγραμμα. Προίκα. Έχω κάπου και πιάτα τέτοια. Όλο το σετ. Έστεκαν λοιπόν περήφανα και περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους εδώ και… δεν θέλω καν να υπολογίσω πόσα χρόνια.
Τα κοίταξα.
Με κοίταξαν κι αυτά.
«Εσείς τι κάνετε ακόμα εδώ πάνω;» τα ρώτησα.
Καμία απάντηση. Τα καλά ποτήρια χαρακτηρίζονται από μια κάποια υπεροψία. Δεν καταδέχονται να συμμετέχουν σε συζητήσεις καθημερινής χρήσης.
Μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου, σα να σηκώθηκε η γιαγιά μου από τον τάφο και ήρθε να μου ψιθυρίσει στ’ αυτί: «Αυτά είναι για μια ξεχωριστή περίσταση».
Μ’ έπιασε το επαναστατικό μου!
Τι πρέπει να συμβεί δηλαδή για να πάρουν επιτέλους άδεια εξόδου από το ντουλάπι; Να ανοίξουμε το σπίτι για ένα σημαίνον πρόσωπο; Να ανακοινωθεί κάποιος αρραβώνας; (Η κόρη μου μου δήλωσε ότι το «είμαι σε ηλικία γάμου» δεν παίζει ν’ αποτελέσει μέρος του λεξιλογίου της). Να δεξιωθούμε το βασιλιά της Αγγλίας; Απεβίωσε κι η Ελισάβετ. Αυτή μάλιστα. Θα τα εκτιμούσε.
Τα σπίτια ανέκαθεν είχαν «τα καλά».
Το καλό σερβίτσιο.
Τα καλά σεντόνια.
Το καλό τραπεζομάντιλο.
Τα καλά μαχαιροπίρουνα.
Τις πετσέτες με τη δαντέλα που δεν έπρεπε να χρησιμοποιήσει κανείς — ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος — γιατί ήταν μόνο για τους επισκέπτες.
Υπήρχαν ολόκληρα σαλόνια που περίμεναν μια επίσκεψη αρκετά επίσημη ώστε να δικαιολογήσει την ύπαρξή τους. Καναπέδες που δεν άπλωσε κανείς την αρίδα του, τραπεζάκια όπου ποτέ δεν σκόρπιζε η άχνη ζάχαρη από τον κουραμπιέ και κρυστάλλινα ποτήρια που πέρασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να μη σπάσουν.
Και τα κατάφεραν.
Μόνο που δεν πρόλαβαν και να ζήσουν.
Δεν είναι βέβαια τα μόνα.
Φυλάμε και το ωραίο μας φόρεμα για όταν θα έχουμε κάπου «καλά» να πάμε. Το άρωμα, για να μην τελειώσει. Το κερί, γιατί είναι πολύ όμορφο για να το κάψουμε. Εκείνο το μπουκάλι κρασί, για την κατάλληλη παρέα. Μια όμορφη ιδέα, για όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου.
Φυλάμε, με έναν τρόπο, και τον ίδιο μας τον εαυτό. Για την κάποια μέρα.
Όταν τελειώσει αυτή η δύσκολη περίοδος, θα ξεκουραστώ.
Όταν χάσω τα κιλά, θα φορέσω αυτό που πραγματικά μου αρέσει.
Όταν φτιάξουν τα οικονομικά μου, θα αρχίσω να απολαμβάνω λίγο περισσότερο τη ζωή, να πάω εκείνο το ταξίδι που λαχταρώ από τότε που με θυμάμαι.
Όταν αδειάσει το πρόγραμμά μου, θα δω τους ανθρώπους που αγαπώ.
Όταν τακτοποιηθούν όλα, θα είμαι καλά.
Μόνο που τα «όταν» έχουν από τη φύση τους ένα μικρό ελάττωμα: γεννούν συνεχώς καινούργια «όταν».
Και κάπως έτσι η ζωή μας μένει εκεί, στο πάνω ντουλάπι. Προσεκτικά φυλαγμένη, για να μη φθαρεί. Περιμένοντας τις ιδανικές συνθήκες για να αρχίσει.
Δεν λέω βέβαια να ανοίξουμε αύριο τα σεντούκια και να καταναλώσουμε ό,τι υπάρχει μέσα σε έναν οργασμό απελευθέρωσης. Ούτε να φορέσουμε τα μεταξωτά μας για να κατεβάσουμε τα σκουπίδια — αν και, τώρα που το σκέφτομαι, γιατί όχι;
Δεν είναι αυτό το θέμα.
Το θέμα είναι να αναρωτηθούμε πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η συνηθισμένη ζωή δεν είναι αρκετά σημαντική για να δεχτεί λίγη από την ομορφιά μας.
Γιατί να μην πιεις το κρασί σου στο ωραίο ποτήρι μια απλή Τρίτη; Γιατί να μη στρώσεις όμορφα το τραπέζι ακόμη κι αν έχεις μαγειρέψει μόνο μακαρόνια; Σκέτα, με τυρί. Γιατί να μην ανάψεις το κερί χωρίς να πρέπει να φτιάξεις ατμόσφαιρα για τον εκλεκτό της καρδιάς σου;
Και, κυρίως, γιατί να μην είσαι εσύ αρκετή περίσταση;
Ίσως έχουμε μπερδέψει το ξεχωριστό με το σπάνιο. Ίσως περιμένουμε πάντα κάτι μεγάλο, λαμπερό και αξιομνημόνευτο, ενώ το ξεχωριστό βρίσκεται ήδη εδώ, κρυμμένο μέσα στα απολύτως συνηθισμένα.
Στον πρώτο καφέ της ημέρας.
Σε ένα τραπέζι για έναν.
Σε ένα βράδυ που δεν συνέβη τίποτα σπουδαίο, έλιωσες στο νέτφλιξ και κοιμήθηκες με πρησμένα από το κλάμα μάτια βλέποντας γλυκανάλατες ρομαντικές κομεντί – cheesy rom-coms τις λένε στο χωριό μου, το κάτω Λονδίνο, που λέει και η φίλη μου η Αναστασία, που μ’ έχει βαρεθεί να μιλάω ελληνικά με… αγγλικούς υπότιτλους.
Βρίσκεται στο ότι είμαστε εδώ, με ανθρώπους που αγαπάμε — ή απλώς με τον εαυτό μας — (αυτόν τον αγαπάμε;;;) και αυτή η μέρα μάς δόθηκε ακόμη μία φορά.
Δεν χρειάζεται κάθε στιγμή να μετατραπεί σε τελετή. Φευ, κι αυτό κουραστικό θα ήταν.
Ίσως χρειάζεται μόνο να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την καθημερινότητά μας σαν την αίθουσα αναμονής της πραγματικής ζωής.
Να κατεβάσουμε πού και πού, ή μια και καλή, «τα καλά» από το ψηλό ντουλάπι.
Να φορέσουμε το άρωμα.
Να ανάψουμε το κερί.
Να ανοίξουμε εκείνο το κρασί.
Όχι επειδή συνέβη κάτι ξεχωριστό.
Αλλά επειδή είμαστε εδώ. Και αυτό είναι από μόνο του ξεχωριστό.
Όσο για τα ποτήρια, αποφάσισα να τα κατεβάσω.
Και αν σπάσει κανένα;
Ε, ας σπάσει, βρε αδερφέ.
Τουλάχιστον θα έχει προλάβει να γεμίσει.
Και θα έχει ζήσει την εμπειρία να έρθει σ’ επαφή με τα χειλάκια μου!
Χρύσα Δουρίδα

