Γνωρίζετε αυτή την αίσθηση; Η αφίσα κυκλοφορεί εδώ και δέκα μέρες, τα social και
τα newsletters έχουν πάρει φωτιά, το πρόγραμμα έχει ονόματα που αξίζουν την
προσοχή μας και το θέμα μας αφορά άμεσα.
Κι όμως, την ώρα που ξεκινά η εκδήλωση, η αίθουσα είναι μισοάδεια. Κάθισμα-
κάθισμα, ακουμπούν λίγοι — συνήθως οι ίδιοι. Η υπόλοιπη κοινωνία;
Αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά στην Ελλάδα έχει ιδιαίτερη μορφή.Δεν
είναι αποτέλεσμα απάθειας με την απλή σημασία του όρου. Είναι αποτέλεσμα ενός
πολύπλοκου συνδυασμού εξάντλησης, δυσπιστίας και αμφιθυμίας — τριών
παραγόντων που αλληλοτροφοδοτούνται και παράγουν μαζικά απόντες.
Πρώτος λόγος: Ο χρόνος που δεν υπάρχει
Η Ελλάδα κατέχει αρνητική πρωτιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση: οι εργαζόμενοι ηλικίας
20–64 ετών εργάζονται κατά μέσο όρο 39,8 ώρες εβδομαδιαίως στην κύρια
απασχόλησή τους, έναντι 36 ωρών του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το ένα στα πέντε
(20,9%) ξεπερνά τις 45 ώρες, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο
(Eurostat, 2025). Για τους άνδρες πλήρους απασχόλησης, ο μέσος όρος φτάνει τις
42,4 ώρες.
Αυτοί οι αριθμοί δεν αντιπροσωπεύουν αφοσίωση ή παραγωγικότητα — ο ΟΟΣΑ
έχει υπενθυμίσει επανειλημμένα ότι η υπερβολική εργασία δεν μεταφράζεται σε
αυξημένη απόδοση. Αντιπροσωπεύουν οικονομική επισφάλεια, χαμηλές αμοιβές
και την ανάγκη επιβίωσης. Βρισκόμαστε στην βάση της πυραμίδας του διάσημου
Maslow. O χρόνος που απομένει ανήκει στα παιδιά, στις ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις
του σπιτιού, στην ανάγκη για ξεκούραση.
Δεν είναι τυχαίο που η μεγαλύτερη πανευρωπαϊκή έρευνα για τη νεολαία (EU Youth
Survey, 2021) βρήκε πως η πρώτη αιτία για τη μη συμμετοχή σε εκδηλώσεις είναι η
«έλλειψη χρόνου», με ποσοστό 39%. Αν αυτό ισχύει για τους νέους, φανταστείτε τι
σημαίνει για εργαζόμενους γονείς που ταυτόχρονα διαχειρίζονται ωράριο, μεταφορές
παιδιών και τα υπόλοιπα έξοδα της ζωής. Η παρουσία σε μια εκδήλωση ή ένα
συνέδριο δεν αντιμετωπίζεται ως προτεραιότητα.
Δεύτερος λόγος: Η απαξίωση που δεν χρειάζεται απόδειξη
Οι Έλληνες εργάζονται πολύ και δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Public Issue (2024–25), μόνο το 24%
των πολιτών εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη. Τα πολιτικά κόμματα έχουν επιστρέψει στα
επίπεδα εμπιστοσύνης του 2011 — χρονιά κοινωνικής κατάρρευσης. Τα διεθνή
στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι μόνο το 25,6% των Ελλήνων εμπιστεύεται την
κυβέρνηση — δεύτερο χαμηλότερο μεταξύ των 20 χωρών της έρευνας. Το Gallup
Civic Engagement Index τοποθετεί έξι από τις έντεκα χώρες με τα χαμηλότερα
επίπεδα αστικής συμμετοχής στα Βαλκάνια και τη Νότια Ευρώπη.
Αυτή η δυσπιστία δεν είναι παράλογη. Είναι συσσωρευμένη εμπειρία. Κάθε φορά που
ο κόσμος πήγε σε μια δημόσια εκδήλωση, ένα φόρουμ διαβούλευσης, μια ημερίδα
«πολιτικού διαλόγου», και είδε τα αποτελέσματα να ακυρώνονται, τα συμπεράσματα
να αρχειοθετούνται, τις αποφάσεις να λαμβάνονται αλλού — εντός κλειστών
θαλάμων, με ανακοινώσεις εκ των υστέρων — η απόσταση μεγάλωνε.
Η έρευνα του European Social Survey επιβεβαιώνει αυτό που βιώνεται ενστικτωδώς:
οι Μεσογειακές χώρες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα αστικής συμμετοχής από τις
Βόρειες. Παρά ταύτα — και αυτό είναι σημαντικό — όταν συμμετέχουν, η
επίδραση στην ευζωία και στη δημόσια ζωή είναι πιο ισχυρή από ό,τι σε χώρες
με υψηλότερη συμμετοχή. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος δεν αδιαφορεί. Απλώς έχει
σταματήσει να πιστεύει ότι η παρουσία του κάτι αλλάζει.
Τρίτος λόγος: Η αμφιθυμία ως σιωπηλή απάντηση
Ο τρίτος παράγοντας είναι ο πιο δύσκολος να ονομαστεί, αλλά ίσως ο πιο
καθοριστικός: η αμφιθυμία. Ούτε ναι ούτε όχι. Ούτε ενθουσιασμός ούτε εχθρότητα.
Μια εσωτερική αντίθεση που παραλύει. Η πολιτική ψυχολογία (Journal of Politics,
Alvarez & Brehm) διακρίνει ρητά μεταξύ αδιαφορίας και αμφιθυμίας. Ο αδιάφορος
δεν νιώθει τίποτα για το ζήτημα. Ο αμφίθυμος νιώθει πολλά, αλλά αντικρουόμενα —
θέλει να συμμετάσχει, αλλά φοβάται ότι δεν αξίζει τον κόπο. Πιστεύει ότι η αλλαγή
είναι αναγκαία, αλλά δεν εμπιστεύεται τον χώρο όπου υποτίθεται ότι γίνεται.
Αισθάνεται ταυτόχρονα αγανάκτηση και κόπωση. Ερευνητές όπως οι Cammaerts,
Bruter, Banaji κ.ά. έχουν αποδείξει αυτό που βλέπουμε στην πράξη: το ενδιαφέρον
για τα κοινά είναι υψηλότερο από ό,τι φαίνεται στη συμμετοχή. Η αποχή δεν
σημαίνει ότι δεν νοιάζεσαι. Σημαίνει ότι νοιάζεσαι, αλλά δεν βλέπεις πού να βάλεις
αυτό το ενδιαφέρον ώστε να αποδώσει.
Στην ελληνική πραγματικότητα, η αμφιθυμία τρέφεται από μια επιπλέον πηγή: την
κοινωνική πίεση να μην φαίνεσαι αφελής. Να πας σε μια εκδήλωση, να «πιστεύεις»,
να εκφράσεις ελπίδα — αυτό ερμηνεύεται εύκολα ως αφέλεια, ως αδυναμία. Η
κυνική αποχή έχει αποκτήσει αξία ως ανεξαρτησία της σκέψης.
Τι σημαίνει αυτό για εκείνους που οργανώνουν
Αν η απουσία οφείλεται εν μέρει στην εξάντληση, τότε το ζήτημα δεν λύνεται με
καλύτερες αφίσες — λύνεται με εκδηλώσεις προσαρμοσμένες στη ζωή των
ανθρώπων: πιο σύντομες, πιο εστιασμένες, σε ώρες που δεν συγκρούονται με τα
παιδιά και το μαγείρεμα. Αν οφείλεται στη δυσπιστία, τότε το ζήτημα δεν λύνεται με
ωραίες παρουσιάσεις — λύνεται με αποδεδειγμένη συνέχεια: να μπορεί κάποιος να
πει «εκεί που πήγαμε πέρυσι, αυτό έγινε». Και αν οφείλεται στην αμφιθυμία, τότε η
απάντηση δεν είναι να πείσεις αλλά να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον όπου η
παρουσία δεν σημαίνει «συμφωνώ με τα πάντα», αλλά «έχω κι εγώ κάτι να πω».
Η κενή αίθουσα μιλάει.
Κατερίνα Βλασσοπούλου
Πηγές: Eurostat (2024–2025) · Public Issue, Εμπιστοσύνη στους Θεσμούς (2025) ·
OECD Government at a Glance (2023) · European Social Survey, wave 9 (2018) · EU
Youth Survey (2021) · Gallup Civic Engagement Index · Alvarez & Brehm, “Two Types
of Neutrality: Ambivalence versus Indifference”, Journal of Politics (2010) ·
Cammaerts, Bruter, Banaji et al., “Youth Participation in Democratic Life” (2014)

